CARTELΕΣ | Γιατί αντιπαθούμε τη λογοτεχνία;

0
3284

«Υπάρχουν δύο τρόποι για να αντιπαθήσεις την ποίηση:

Ο ένας είναι να την αντιπαθείς. Ο δεύτερος είναι να διαβάζεις Pope»

Oscar Wilde

Παραφράζοντας την ρήση του Oscar Wilde θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο τρόποι να αντιπαθήσεις την λογοτεχνία. Ο ένας είναι να την αντιπαθείς γενικότερα. Επειδή τρέφεις μια αντιπάθεια για την ίδια τη διαδικασία του ταξιδέματος με ένα βιβλίο, για τους όποιους λόγους έχει προκύψει αυτή. Ο συνηθέστερος από το δικό μου, μικρό, στατιστικό δείγμα είναι το στείρο σχολικό περιβάλλον που «καλλιεργεί» μια απωθητική σχέση με το βιβλίο. Είναι εντυπωσιακό πως η τεράστια αγάπη που έχουν για τα βιβλία τα παιδιά στα πρώτα χρόνια της σχολικής τους ζωής, στο νηπιαγωγείο, μετατρέπεται σταδιακά σε μια όλο και κλιμακούμενη αποστροφή προς αυτό. Άλλοι λόγοι μπορεί να έχουν να κάνουν με τον τρόπο ζωής, τις προτεραιότητες, τον ίδιο το χαρακτήρα του «μη αναγνώστη», το οικογενειακό περιβάλλον που δεν δημιούργησε ποτέ τις συνθήκες αγάπης προς το βιβλίο, την μετέπειτα ζωή που δεν ήρθε να διορθώσει αυτή την «αρρυθμία» και πολλά άλλα.

Ο δεύτερος λόγος να αντιπαθήσεις την λογοτεχνία δεν είναι να διαβάσεις Pope ή κάποιον λογοτέχνη αλλά να έχεις πάει σε παρουσίαση βιβλίου!

Η υπερβολική ίσως αυτή αναφορά να ξενίσει και βέβαια δεν αποτελεί ούτε αξίωμα ούτε καθολικό κανόνα. Αφορά όμως, δυστυχώς, μια μερίδα ανθρώπων που αποθαρρύνθηκαν από την ανάγνωση, κι αυτό στα πλαίσια μιας γιορτής για το βιβλίο όπως θεωρητικά θα έπρεπε να είναι μια παρουσίαση βιβλίου. Πριν από χρόνια μια στενή μου φίλη μου είχε πει ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε σε παρουσίαση βιβλίου που έτυχε να είναι ένα από τα δικά μου. Όταν την ρώτησα γιατί, μου απάντησε ότι δεν μπορεί να παρακολουθεί «ακαταλαβίστικες ομιλίες και να νιώθει χαζή». Η -ίσως- υπεραπλούστευση αυτή, η μερικώς φοβία και η ενδεχομένως  παντελής άγνοια δεν παύει να αντανακλά μια κατάσταση που δυστυχώς είναι υπαρκτή. Αυτή που θέτει τους «από έδρας» ομιλητές σε απόσταση από το κοινό. Μια απόσταση όμως που δεν θέλουν να καλυφθεί, μια τεχνητή και σκόπιμη απόσταση που διακρίνει τους ομιλητές από τους ακροατές αποδίδοντας στους πρώτους δάφνες και στους δεύτερους άγνοια.

Κανείς δεν θέλει να συμμετέχει σε μια διαδικασία που δεν είναι ενεργητική, στην οποία δεν εκπέμπονται μηνύματα με σκοπό την επικοινωνία, που δεν υπάρχουν οι δύο πόλοι μιας σύζευξης μεταξύ ανθρώπων που θέλουν να μοιραστούν την αγάπη τους και να μεταδώσουν τον ενθουσιασμό τους. Η στειρότητα μιας τέτοιας προσέγγισης ναι, ενδεχομένως να κάνει τον ακροατή να αισθάνεται άσχημα, άβολα «χαζός» όπως είπε η καθ`΄όλα ευφυής φίλη μου και αυτό δεν είναι μόνο άδικο είναι και αλαζονικό και είναι ανεπίτρεπτο. Διότι στο τέλος, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η σωρευμένη γνώση – με κόπο και αυταπάρνηση, δεν λέω – αλλά η αξία της που δεν είναι παρά η ανάγκη να μοιράζεται με ανοιχτωσιά και απλότητα. Διαφορετικά γίνεται εγχειρίδιο αυτο-αναφοράς, ματαιοδοξίας και ρηχού ναρκισσισμού.

Το να μιλάς για ένα βιβλίο σημαίνει να προσκαλείς το ακροατήριο να «αγοράσει» το εισιτήριό του για το ταξίδι που εσύ έχεις ήδη κάνει. Να μετάσχει στην τελετουργία του, στη γοητεία, στην ερεθιστική διέγερση, εγκεφαλική και συναισθηματική. «Έλα» του λες, «κάνε κι εσύ αυτό το ταξίδι. Είναι μαγευτικό». Πρέπει όμως να θες να το κάνεις αυτό. Πρέπει να κατανοείς τη σπουδαιότητα αυτού του καλέσματος. Πρέπει να αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι εγωιστικά δικό σου, ότι ανήκει σε όλους τους εν δυνάμει ταξιδευτές, πρωτόβγαλτους και θαλασσοδαρμένους. Και δεν μπορείς να κάνεις το κάλεσμα, υποκριτικά, αλαζονικά κουνώντας το δάχτυλο για τους κινδύνους και τις φουρτούνες. Δεν είναι δικές σου. Ή μάλλον είναι ολόδικές σου όσο χάνεσαι στην ανάγνωση. Μετά, την ώρα που καλείσαι να μιλήσεις γι` αυτό, γίνεσαι κοινωνός, μεταφέρεις τη χαρά της μετάληψης, είσαι αυτός που προσκαλεί χωρίς να αποκλείει κανέναν καλεσμένο, χωρίς «dress code», χωρίς όρους. Μόνο την απλή διάθεση να αφεθείς στο ταξίδι.

 Ο σίγουρος τρόπος να αντιπαθήσεις την λογοτεχνία είναι να σου μιλήσει γι` αυτήν κάποιος που την χρησιμοποιεί ως όχημα αυτο- επιβεβαίωσης.  Κάποιος που την αντιλαμβάνεται ως «ζωτικό χώρο» μερικών προνομιούχων του πνεύματος και της σκέψης και εκ προοιμίου διαχωρίζει τους ανθρώπους σε ικανούς και ανίκανους για ανάγνωση. Πόση ύβρη μπορεί να κουβαλά αυτή η στάση! Μα και πόση ύβρις κατρακυλά από το πόντιουμ στο ακροατήριο σε μύριες όσες διαλέξεις, παρουσιάσεις, συζητήσεις. Με τους «άριστους» να μεγαλώνουν την τεχνητή απόσταση. Και το κοινό να θέλει να εγκαταλείψει την αίθουσα. Μήπως και τα βιβλία; Ενδεχομένως ναι. Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να προξενήσει τέτοια ζημιά. Στο τέλος – τέλος ποιοι είμαστε για να διδάξουμε αν δεν έχουμε καν κατανοήσει τι έχουμε «διδαχθεί»;

  • ΕΤΙΚΕΤΕΣ
  • home
Προηγούμενο άρθρο10+1 τραγούδια του Μαχαιρίτσα που με σημάδεψαν
Επόμενο άρθροΠαρατηρητήρια και διαχείριση κρίσεων στις σχολικές μονάδες
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.