CARTELΕΣ | Η συγγραφή ως «φωτογραφία» της στιγμής

0
4595

Η συγγραφή είναι η φωτογραφία της στιγμής, με την διασταλτική έννοια του συγγραφικού χρόνου. Αντικατοπτρίζει, καταγράφει, αποτυπώνει τη διάθεση ή την πρόθεση που έχει αυτός που γράφει. Διάθεση και πρόθεση συχνά μπλέκονται και κάποιες φορές είναι δυσδιάκριτη η διαφοροποίησή τους. Τι σημαίνει όμως πρόθεση για αυτόν που γράφει; Σημαίνει ότι αλλάζει η στόχευση κάθε φορά; Και ποιά είναι αυτή; Η ίδια πάντοτε, να αφηγηθεί μια ιστορία, μια καλά δουλεμένη ιστορία. Να την πει με τρόπο που να είναι θελκτική για τους ακροατές- αναγνώστες γύρω από την νέου τύπου «φωτιά» όπου η κοινότητα μοιράζεται ιστορίες. Υπάρχει όμως πίσω από αυτό και μια «πρόθεση». Να πει και κάτι άλλο. Κάτι περισσότερο από την ιστορία. Όχι να διδάξει, ούτε να αναλύσει ένα θέμα. Αυτό είναι δουλειά άλλων. Αλλά να τοποθετήσει ανάμεσα στις γραμμές, ίσως, έναν προβληματισμό.
Αυτή η «πρόθεση» δεν είναι ούτε αναγκαία, ούτε την απαιτεί κανείς. Είναι στην ιδιοσυγκρασία και τη συγγραφική «νομοτέλεια» του καθενός και της καθεμίας να το κάνει ή να μην το κάνει. Πάντως μια ιστορία έχει ένα «θέμα» και έτσι με τον άλφα ή βήτα τρόπο αυτό θα αναλυθεί, στις γραμμές ή πίσω από αυτές. Είτε είναι ο έρωτας, η φιλία, το ψέμα, η αλήθεια, ο πλούτος, η ειρήνη, οι ανθρώπινες σχέσεις ευρύτερα – η λογοτεχνία επαναλαμβάνει άλλωστε πολύ συγκριμένο αριθμό θεμάτων χιλιάδες χρόνια τώρα- ο συγγραφέας πλέκοντας την ιστορία του, φτιάχνοντας τους ήρωές του θα σταθεί απέναντι σε αυτό το θέμα, ή σε μια από τις διαστάσεις του.
Από την άλλη υπάρχει και η «διάθεση» του συγγραφέα. Ναι, κι αυτό επηρεάζει. Η ζωή ενός ανθρώπου δεν μπορεί να νοηθεί ξέχωρα από το περιβάλλον του, από τις συνθήκες, κοινωνικές και προσωπικές, και σίγουρα διαμορφώνει διάθεση. Μηχανισμός ασύνειδος συνήθως που όμως μπορεί να επηρεάσει. Είναι ευθύνη του συγγραφέα να κρατηθεί μακριά από όλα αυτά και σαν Ολύμπιος Θεός να κινεί τις φιγούρες του κάτω στην πεδιάδα κατά πώς θέλει; Θα γίνει και αυτό αλλά θεός δεν είναι κανείς και ανεπηρέαστος δεν μένει από όσα, ούτως ή άλλως, συμβαίνουν στην εγκεφαλική και ψυχολογική του πεδιάδα. Κι έτσι η διάθεση θα διαμορφωθεί. Θα πείτε για πόσο; Η συγγραφή δεν είναι μια φωτοβολίδα. Δομείται και ολοκληρώνεται σε βάθος χρόνου και η διάθεση μπορεί να αλλάζει. Όμως εδώ, δεν μιλάμε για την στιγμιαία διάθεση που προσδιορίζεται από καταστάσεις καθημερινότητας. Μιλάμε για την διάθεση, την στάση, τις πεποιθήσεις που αυτός που γράφει έχει ή αποκτά, αλλάζει ή διαμορφώνει εκ νέου καθώς η ζωή του προχωρά.
Η συγγραφή είναι κάτι σαν δημοσκόπηση. Αποτυπώνει το τώρα, το συγγραφικό τώρα και αυτό ναι, μπορεί να αλλάζει. Όπως μπορεί να αλλάζει και η απόφαση του συγγραφέα να γράφει σε συγκεκριμένο ύφος, όπως μπορεί να αλλάξει και το ‘είδος» που θέλει να υπηρετήσει, όπως μπορεί να αλλάξει και η προσέγγισή του γύρω από το όλον της γραφής. Όπως μπορεί να μην αλλάξει και τίποτε αλλά η συγγραφή σαν διαδικασία θα παραμένει η φωτογραφία της διεσταλμένης συγγραφικής «στιγμής».

Προηγούμενο άρθρο«Ακαδημαϊκό άσυλο vs πανεπιστημιακού ασύλου»: η πολιτική, ο νόμος, οι λέξεις
Επόμενο άρθρο«Οι κατηγορίες των like» της Δέσποινας Αυγερίδου
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.