CARTELΕΣ | Κριτικοί… αυτοί οι λίγοι!

0
2817

Πώς στέκεται κανείς απέναντι σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, ανεξαρτήτου είδους, κριτικά; Και τι σημαίνει κριτικά; Ποιος, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις δικαιούται ή νομιμοποιείται να το κάνει;

Προφανώς ο κάθε αναγνώστης τοποθετείται απέναντι σε αυτό που έχει διαβάσει. Κάνει τον απολογισμό του με βάσει τις προσωπικές του απαιτήσεις, αναγνωστικές ανάγκες, λογοτεχνική εμπειρία, προτιμήσεις. Ακόμη και δευτερεύοντες και μη σημαντικοί παράγοντες μπορούν υποσυνείδητα να επηρεάσουν αυτή την «τοποθέτηση». Για παράδειγμα η ψυχολογική κατάσταση, η – την δεδομένη χρονική στιγμή- εγκεφαλική και νοητική απαίτηση. Και τι σημαίνει νοητική απαίτηση; Είναι η κατά περίπτωση ανάγκη που έχουμε να εντρυφήσουμε σε ένα κείμενο πιο απαιτητικό ή – άλλοτε- σε ένα κείμενο που δεν θα μας «εξαναγκάσει» σε περίπλοκες εγκεφαλικές διηθήσεις.

Όμως και πάλι, και παρ` όλα τα παραπάνω, ο αναγνώστης, αυτός που διαβάζει για λόγους διασκέδασης- με την καθ` όλα σοβαρή και αναγκαία χρήση του όρου και όχι με την φτηνή προσέγγιση του «εύκολου»΄- δεν είναι και δεν μπορεί να γίνε κριτικός.

Από την άλλη υπάρχει και η φιλολογική προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων. Αυτή από την οποία πολλοί από εμάς είχαμε «υποφέρει» στα σχολικά-μαθητικά ή ακόμη και πανεπιστημιακά χρόνια μας. Εκεί όπου η «ανάλυση» ή ακόμη χειρότερα η «αξιολόγηση» μοιάζει με αντιπαραβολή και τσεκάρισμα με το υπαρκτό «οπλοστάσιο» της ελληνικής γλώσσας. Η λίστα από την μια με τις γλωσσικές δυνατότητες και ο συγγραφέας από την άλλη, το έργο του δηλαδή, να εξετάζεται αν και ποια από αυτά τα «όπλα» διαθέτει, βάζοντας «check» στο αντίστοιχο κουτάκι. Στην διαδρομή βέβαια έχει απωλεσθεί η «μαχητικότητα» και σίγουρα η «λογοτεχνικότητα» των μαθητών, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Επίσης άλλο πράγμα η κριτική και άλλο η παρουσίαση ενός βιβλίου. Η παρουσίαση είναι ένα σύντομο κείμενο που καθόλου δεν εμβαθύνει. Μιλά με αδρές γραμμές για το βιβλίο δίνοντας μια σύντομη περιγραφή με τα απολύτως απαραίτητα. Τον συγγραφέα, τον τίτλο, τον εκδοτικό οίκο, ενδεχομένως μια περίληψη, άντε και κάτι παραπάνω, και ίσως μερικά βιογραφικά του συγγραφέα ή μια «χονδρική» προσέγγιση στο έργο του, εάν αυτό έχει κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό ως προσωπική συγγραφική ιδιότητα ή εάν εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο είδος. Πάντως δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για κριτική προσέγγιση του έργου.

Στο εκπληκτικό δοκίμιό του «Ο Κριτικός ως Καλλιτέχνης»  ο Oscar Wilde λέει: « «Ο κριτικός σίγουρα θα είναι ερμηνευτής, αλλά δεν θα αντιμετωπίσει την Τέχνη σαν μια αινιγματική Σφίγγα, της οποίας το ρηχό μυστικό μπορεί να μαντευθεί και να αποκαλυφθεί από κάποιον με πληγωμένα πόδια και που δεν γνωρίζει το όνομά του. Αντιθέτως, θα θεωρήσει την Τέχνη σαν Θεά, που είναι στην ευχέρειά του να εντείνει το μυστήριο της και που είναι προνόμιό του να κάνει το μεγαλείο της πιο θαυμαστό στα μάτια των ανθρώπων».

Ο κριτικός λοιπόν δεν βρίσκεται σε «διάσταση» με τον συγγραφέα. Βρίσκεται στην ίδια όχθη του ποταμού, επιχειρεί στην ίδια κοίτη να αναπαυθεί, την ίδια ροή του νερού να αποτυπώσει, τελικά την ίδια την τέχνη να προάγει και όχι να την «κομματιάσει» με υπερ-αναλύσεις που τελικά αντί να αναδεικνύουν το έργο, το πολτοποιούν ανερυθρίαστα και το ερμηνεύουν πολλές φορές αδόκιμα και καθ`ερμηνευτική υπέρβαση.

Ο συγγραφέας, με το έργο του, ολοκληρώνει την νοητική, ψυχολογική, ηθικολογική ενδεχομένως, κοινωνικοπολιτική ή όποια άλλη διαδρομή του. Για να σταθεί με ειλικρίνεια και σεβασμό απέναντί του ο κριτικός θα πρέπει πρώτα από όλα να διαθέτει γνώση. Γι` αυτό δεν αρκεί η ανάγνωσή του. Απαιτείται μια βαθιά γνώση και κατανόηση της λογοτεχνίας. Αυτό δεν περιορίζεται σε ένα πτυχίο φιλολογίας. Δεν αρκεί. Θα πρέπει να γνωρίζει βαθιά το είδος της λογοτεχνίας το οποίο καλείται να αξιολογήσει. Ένας ειδικός στην ελληνική λογοτεχνία και την ιστορία της ενδεχομένως να έχει τεράστια κενά στην αντίστοιχη βρετανική του 20ού αιώνα. Θα μου πείτε πειράζει; Ναι. Γιατί η λογοτεχνία είναι μια τεράστια ανοιχτή «διαχρονική αγορά» όπου τα δάνεια, οι αναφορές, οι επιρροές είναι βασικά στοιχεία. Και αν αδυνατώ να αντιληφθώ ότι ένα λογοτεχνικό έργο έχει επιρροές από τον Πόε για παράδειγμα τι έγινε; Μα, έχει απωλεσθεί ήδη ένα εργαλείο προσέγγισής του. Προσοχή . Εδώ δεν μιλάμε ούτε για αναγνωστική απόλαυση, ούτε για γενική αίσθηση. Αυτά , είπαμε, είναι «δουλειά» του αναγνώστη. Ο κριτικός, όμως, οφείλει να γνωρίζει. Γι` αυτό και είναι λίγοι αυτοί που μπορούν να το πράξουν. Γι` αυτό μιλούμε για μια απαιτητική πνευματική εργασία η οποία – αυτό πρέπει να επισημανθεί ξεκάθαρα- θα πρέπει να αμείβεται και όχι να ζητείται από τους κριτικούς η άποψή τους σαν να πρόκειται για ένα πάρεργο του ελεύθερου χρόνου τους. Γιατί ο κριτικός δεν θα το κάνει ούτε με ευκολία, ούτε με ελαφρότητα. Θα βουτήξει σε αυτό, θα το προσεγγίσει από δέκα διαφορετικές πλευρές, θα ξεσκονίσει χωρίς να τεμαχίσει, δεν θα «φιλολογήσει», θα ερωτοτροπήσει μόνο με την ίδια την τέχνη της γραφής και αυτή θα αναδείξει, αυτήν θα τοποθετήσει στο λατρευτικό τοτέμ. Εάν και εφόσον βέβαια μιλάμε για τέχνη.

Αυτή την γνώση την έχουμε ανάγκη όταν μιλούμε για την κριτική προσέγγιση ενός λογοτεχνικού έργου. Και οφείλουμε να την σεβόμαστε όταν την βρίσκουμε όπως και να σεβόμαστε τους γεννήτορές της, τους κριτικούς λογοτεχνίας δηλαδή. Όλοι οι υπόλοιποι ας επιμείνουμε σε μια σεμνή, παράθεση της άποψής μας πάντα με την υποσημείωση ότι αυτό δεν είναι κριτική και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως τέτοια αλλά απλώς η αίσθηση, η προσωπική, -καλύτερα ή λιγότερο καλά τεκμηριωμένη – που αφορά το προσωπικό αισθητήριο και αναγνωστικό κριτήριο. Δεν είναι θέσφατο, δεν είναι κανόνας, δεν πρέπει να προβάλλεται ως τέτοιος…

Και πάντα να θυμόμαστε το εξής απλό: Αγαπούμε τα βιβλία και μοιραζόμαστε αυτή την αγάπη, όχι την αλαζονεία της υποτιθέμενης γνώσης, ούτε της «αριθμημένης» λίστας των αναγνωσμένων. Γνωρίζω άνθρωπο που έχει διαβάσει όχι περισσότερο από 10 βιβλία κι όμως κουβαλάει την λίστα πολλών βιβλιοθηκών από την «απόσταξη» που έκανε σε αυτά….

 

 

Προηγούμενο άρθροFrida ΚΙ ΑΛΛΟ για τρίτη χρονιά από τους Fly Theatre
Επόμενο άρθροΕπί σκηνής: «Προσωπική συμφωνία» τρομακτικά σημερινή
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.