CARTELΕΣ | Συν γραφή και ζωή κίνει

0
1633

Ηλεκτροφόροι και εκκενωτές

Στον μικρόκοσμο του συγγραφέα, στην ιδιάζουσα καθημερινότητά του, υπάρχει ένα μίνιμουμ απελπισίας που ακούει στο όνομα «απουσία χρόνου». O «καθαρόαιμος» χρόνος συγγραφής είναι κυριολεκτικά εφεύρεση. Τουλάχιστον για την συντριπτική πλειοψηφία αυτών που γράφουν. Αφαιρώντας τις εργατοώρες της «νόμιμης» εργασίας, το μίνιμουμ ύπνου και λοιπών καθημερινών αναγκών και τις ανάγκες της καθημερινότητας, τα εναπομείναντα δεν είναι παρά ψίχουλα χρόνου όπου προσπαθείς να στριμώξεις την αυτοπειθαρχία, την λαχτάρα να γράψεις, την κούραση και τον ψυχαναγκασμό. Όλα μαζί. 

Σε αυτό το παλίμψηστο χρόνου, όπου το 24ωρο- το πραγματικό- επανεγγράφεται για να διασταλεί, συμβαίνουν δύο πράγματα. Πρώτον, μια ιδρυματοποίηση – όπου ίδρυμα το σπίτι σου ή και κάπου αλλού- αναγκαστική που σε αποκόπτει από τη σφαίρα του τι συμβαίνει γύρω σου. Δεύτερον, μια διαρκής ενοχή για τον χρόνο που στερείς από τους ανθρώπους που αγαπάς. Στην ισορροπία των ενοχών και αναγκών, που αναγκαστικά μια γέρνει από εδώ και μια από εκεί αλλά δεν ζυγοσταθμίζεται ποτέ, μόνη ανακούφιση είναι η κατανόηση που δείχνουν οι γύρω σου. Όταν την δείχνουν. Εδώ παίζει ρόλο όμως και το είδος της «κατανόησης». Κινείται ανάμεσα στην απόλυτη πεποίθηση ότι κανείς πρέπει να κάνει αυτό που θέλει μέχρι τη σιωπηλή οργή η οποία όμως μπορεί να σε τεμαχίσει με ένα βλέμμα.

«Βαμπίρ», «ηλεκτροφόροι», «εκκενωτές», «ζηλωτές», «συνδρομητικά κανάλια», «λογοκριτές», «σύμμαχοι», «αποδομητές». Οι άνθρωποι γύρω από κάποιον που γράφει μπορούν να ανήκουν σε μια από τις παραπάνω κατηγορείς και πάντως είναι πιο σημαντικοί και από τον ανύπαρκτο χρόνο. Με τη στάση τους θα καθορίσουν εάν αυτός ο λιγοστός χρόνος θα είναι παραγωγικός. Με το να σου τον παραχωρούν γενναιόδωρα, να μη θέτουν συναισθηματικά διλήμματα- καταπέλτες (ή το βιβλίο ή εγώ) ή τελεσίγραφα σχέσεων. Όταν αυτό συμβαίνει, δεν… συμβαίνει και η απενοχοποίηση. Απλά χαλαρώνει λιγάκι η θηλιά και ανασαίνεις λίγο παραπάνω οξυγόνο. Στην άλλη πλευρά της τραμπάλας, όμως, σε περιμένουν τα δύσκολα. Ενοχικά σύνδρομα που αγγίζουν το ζενίθ, υποσχέσεις που δεν τηρούνται – αν και τις εννοείς απόλυτα όταν τις δίνεις – αυτομαστίγωμα για τον «εξορισμό» από τον χρόνο σου ανθρώπων που αγαπάς, δικαιολογίες που αλλάζουν δέρμα για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Αυτά σε έναν κόσμο υγιών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων υπό αίρεση!. Κατά τα λοιπά, στα συγγραφικά λιβάδια φύονται και παρασιτικά «καλούδια». Αιματολάγνα ζόμπι που καθόλου δεν ενδιαφέρονται για όλα τα παραπάνω. Ζουν για να δημιουργούν ενοχές, αρέσκονται να βάζουν θηλιές, εκβιάζουν με κάθε τρόπο, μέσο και ευκαιρία για προσοχή που στην πραγματικότητα δεν δικαιούνται, απαιτούν ενέργεια που δεν δίνουν οι ίδιοι ποτέ, πάντα επιχειρούν να σε φρενάρουν με λόγια αποτροπής και απόρριψης, καμουφλαρισμένα πίσω από γενναίες δόσεις υποκριτικής αυτοθυσίας (για το δικό σου καλό, σε προφυλάσσω από τα χειρότερα, είμαι ειλικρινής και ας μου κοστίζει!).

Είμαι φύσει δύσπιστη απέναντι σε δηλώσεις αυτο-απόδοσης ευαισθησίας, ειλικρίνειας, αυτοθυσίας. Αυτά αποδεικνύονται στην πράξη, δεν αποδίδονται με λιβάνια αυτο-χρίσματος.

Εν κατακλείδι ο «γραφιάς» είναι το πιο περίεργο ζωντανό του κόσμου. Γιατί, μονίμως εξορισμένος από τον κόσμο, έχει το θράσος να γράφει γι` αυτόν και να ισχυρίζεται ότι τον καταλαβαίνει κιόλα. Στη γυάλα του, ενδημούν όλα τα είδη πανίδας και παλεύει να μην σκάσει από τα πλοκάμια των ζόμπι και να μη χάσει το μελάνι που κυλάει στο κεφάλι του και λερώνει τα ανείπωτα. Αλλά πάντα, μα πάντα, θα κοιτάζει νοσταλγικά, με καημό, αυτούς που έξω από την γυάλα τον περιμένουν με αγάπη. Δεν θα τον ενοχλήσουν ποτέ. Μα ενοχλεί το νoιάξιμο;

  • ΕΤΙΚΕΤΕΣ
  • home
Προηγούμενο άρθρο«Τριάντα έξι ώρες βροχής»: μεταγράφοντας το αρχέτυπο του τραγικού έρωτα της Φαίδρας
Επόμενο άρθροΟ Γιάννης Πάριος μας καλεί στο… «Ταξίδι του Έρωτα»
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.