CARTELΕΣ | Ζώντας με τους ήρωες…

0
3640

H σχέση με τους ήρωες είναι όπως όλες οι σχέσεις. Στην αρχή προχωράς διστακτικά, διερευνητικά, ψαχουλεύοντας τις μικρές ενδείξεις που αποτυπώνουν μεγαλύτερα.. χούγια. Ψηλαφείς την καθημερινότητα του ήρωα φτιάχνοντάς την. Πώς ξυπνάει το πρωί; Πώς θέλει να ξυπνάει το πρωί; Θέλει να ξυπνάει το πρωί; Πίνει καφέ; Τι καφέ; Πώς; Τι χρώμα έχει η οδοντόβουρτσα; Την δική μου, για παράδειγμα, την θέλω μοβ. Δεν την αλλάζω ποτέ. Ευτυχώς το κάνει ο άντρας μου για μένα.

Τον ήρωά σου τον θέλεις ξεκάθαρο σαν εικόνα υψηλής ευκρίνειας, τρισδιάστατο σαν πρόσωπο πραγματικό, ψηλαφητό, αναγνωρίσιμο. Αλλά δεν τον δίνεις έτσι εύκολα στο πιάτο. Τον μετράς, τον ζυγίζεις.

Η δοσολογία θα εξαρτηθεί από τον ρόλο του, από την εμ-πλοκή του στην πλοκή, από το κατά πόσο ένα και μόνο χαρακτηριστικό του – ή και περισσότερα – επηρεάζουν ή όχι την ιστορία, γεννούν ή όχι την ιστορία, είναι ή όχι σχετικά με την ιστορία. Γιατί μπορεί το πιο σπουδαίο, ως εύκολα εντοπίσιμο, χαρακτηριστικό του – για παράδειγμα το χέρι που έχασε σε ένα ατύχημα – να είναι αυτό που λιγότερο έχει σημασία. Ή αυτό που κινητοποιεί κάθε απόφασή του. Ποτέ δεν ξέρεις. Άλλοτε είναι το προφανές, τόσο που καταντά ύποπτο, και άλλοτε το επουσιώδες, τόσο που ίσως και να το ξεχνάς.

Τους ήρωές σου μαθαίνεις να τους αγαπάς. Ακόμη και τους φρικιαστικούς, τους αποτρόπαιους, αυτούς που στην ζωή, -ναι, την πραγματική καθημερινή ζωή- δεν θα ήθελες ούτε ως ιστορία που διηγούνται τρίτοι, να γνωρίσεις. Οι σκοτεινοί, οι μοχθηροί, οι μη «αναγνώσιμοι» είναι ίσως και οι πιο θελκτικοί για σένα που τους «κατασκευάζεις». Αυτή η οικο-δόμηση έχει κάτι από το αρχέγονο ένστικτο της δημιουργίας. Από του μηδενός! Και πάντως έχεις περιθώριο πέραν των έξι ημερών που θέλει ο δημιουργός για να φτιάξει τον κόσμο και έπειτα να αναπαυθεί.

Είναι δύσκολο να βάζεις τα ρούχα ενός παιδεραστή, ενός μητροκτόνου, ενός ψεύτη, ενός άντρα που χτυπά βάναυσα τη γυναίκα του ή ενός παιδιού που συντρίβεται από τον κανιβαλισμό των χωρισμένων γονιών του. Είναι ψυχοφθόρο να υφίστασαι τον τρόμο αυτού που απειλείται, τον φόβο αυτού που δεν τολμά, την πίκρα αυτού που προδίδεται, την απογοήτευση αυτού που αποτυγχάνει, την έλλειψη ενσυναίσθησης αυτού που σκοτώνει με ευχαρίστηση, την απανθρωπιά αυτού που μισεί αδιακρίτως. Το κάνεις ωστόσο. Βάζεις καθημερινά τα ρούχα τους, φοράς το δικό τους καλειδοσκόπιο συναισθημάτων ή την απουσία του, μαθαίνεις να μισείς, να πονάς, να οργίζεσαι… να σκοτώνεις. Μαθαίνεις;  Ίσως όχι, ίσως ναι. Πάντως όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κόσμο που – υπενθυμίζεις συνεχώς και με έναν μηχανισμό ασύνειδης αυτοπροστασίας στον εαυτό σου- είναι εικονικός. Θα επιβιώσει όσο θέλεις εσύ.

Στην εικονική πραγματικότητα που έχεις στήσει- σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός και σκηνογράφος μαζί- είναι σχεδόν ανισόρροπο να ζεις σε δύο επίπεδα: του πραγματικού – που το χρειάζεσαι για να πετύχεις την αληθοφάνεια- και του δοτού, του φτιαχτού- για να μπορείς να γλιτώσεις τον εαυτό σου από τους – αναγκαστικά – πολλαπλούς εαυτούς σου. Η  μετακίνηση από τη μια φωνή στην άλλη, από τη μια ζωή στην άλλη, από το ένα συναίσθημα στο άλλο, έχει μια καθαρτήρια και μια ψυχοφθόρα αντικειμενική διάσταση. Άλλοτε προσχωρείς στη μία και άλλοτε σε καταπίνει η άλλη.

Στο τέλος της συγγραφικής μέρας – της μεγαλύτερης μονάδας χρόνου-   ή στο ξημέρωμα της συγγραφικής νύχτας – της πιο αποτρόπαιης μονάδας μέτρησης χρόνου- το στοίχημα είναι να μπορείς να πιεις τον πρωινό σου καφέ με όλους αυτούς τους τύπους που για λίγο ακόμη θα υπάρχουν. Μέχρι το ΤΕΛΟΣ τους, σου, του βιβλίου. Ή ίσως παραπάνω.. με το επόμενο.

Τους ήρωές σου μαθαίνεις πάντα να τους αγαπάς. Δεν γίνεται αλλιώς ξέρεις…

Έλενα Χουσνή

Προηγούμενο άρθροΒόλτα στην επιχειρηματική Θεσσαλονίκη
Επόμενο άρθροΗ αντζέντα της εβδομάδας
Γεννήθηκα στις 8 Μαρτίου του 1973 ένα μεσημέρι μιας μάλλον κρύας ημέρας. Η γέννησή μου την ημέρα της γυναίκας θα έπρεπε, κατά την άποψη των άλλων, να με σημαδέψει με την ευθύνη να εκπροσωπήσω επάξια το «ασθενές φύλλο» στην αέναη μάχη του με το, υποτίθεται, ισχυρό. Η διαφορά είναι ότι εγώ ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή την ευθύνη αλλά ούτε και σε αυτή τη μάχη. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κανείς δεν με προετοίμασε κατάλληλα για τα θέλω μου και έτσι αναγκάστηκα να τα «λουστώ». Η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Πέρασα λοιπόν από αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανέβηκα με κόπο μέχρι ενός σημείου και στο πρώτο πλατύσκαλο κοίταξα πάνω και είδα ότι στην άνοδο με περιμένει… κατηφόρα. Κι έτσι έφυγα για να προστατεύσω την αγάπη μου. Έτσι γίνεται με τα μεγάλα πάθη. Πρέπει να τα εγκαταλείψεις για να τα κρατήσεις ανέπαφα και ακέραια στην καρδιά σου. Έκτοτε είχα την ευτυχία να βρω τον σύντροφο που με τρέφει με λέξεις και συναισθήματα καθημερινά. Κι έτσι οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα. Και μαζί με αυτές μια ανάγκη, που και που, να τις μοιράζομαι με εκείνους που δίνουν καθημερινά τη μάχη με άλλες λέξεις, τις δικές τους. Γιατί οι λέξεις είναι δυνατό πράγμα κι ας επιλέγουμε συχνά να τις αγνοούμε, να τις προσπερνάμε, να αδιαφορούμε για την εξαγνιστική, την καθαρτική ιδιότητά τους. Το ThinkFree είναι για μένα ο πομπός και ο δέκτης αυτής της πεποίθησης. Και η ευκαιρία να ανταμώσω ξανά με ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μου δυνατές λέξεις στο παρελθόν, όπως ο Γιάννης και η Ξανθούλα. Κι όσο ανταμώνουμε με τις λέξεις, ανταμώνουμε και με τους ανθρώπους. Και τι άλλο να ζητήσει κανείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.