ΚΑΠΟΤΕ ΠΑΛΙΑ, ΔΕΞΙΑ ΚΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

1
1658

livadi

Γράφει η Ζωή Λυσαρίδου

Κάποτε, σαν μιάμιση-δυο γενιές πριν, κλήθηκε έκτακτο οικογενειακό συμβούλιο. Σε αυτά απαιτούνταν πλήρης απαρτία… καμιά απουσία δεν δικαιολογούνταν.

Συμμετείχαν όλοι ανεξαιρέτως, προεδρευόντος του πατρός, με δικαίωμα ψήφου και γνώμης. Μάνα, πατέρας, τέσσερα παιδιά κι ένα πρωτανήψι, δυο γαμπροί, δυο νύφες.

Τα παιδιά την ώρα την περνούσαν στη σάλα, όπου η γιαγιά φρόντιζε να υπάρχουν χιλιόμετρα μαλλί για γνέσιμο, ρύζια και φακές για καθάρισμα.

Σε σοβαρά θέματα όπου απαιτούνταν οικογενειακή συμπόρευση, ψήφιζαν όλοι με δημοκρατικές διαδικασίες.

Άμα άναβαν τα αίματα και μέχρι επίτευξης συμφωνίας, η μάνα έτρεχε να σφραγίσει παράθυρα, πατζούρια, κουρτίνες… “Να μην μιλά η γειτονιά”.

Καμιά φορά που της κολλούσαν για καμιά παραξενιά των παιδιών, δεν σήκωνε πολλά… “Εγώ βοσκάω πρόβατα αλλά μεγάλωσα ανθρώπους”, έλεγε με περηφάνεια.

Το μεγάλο της κατόρθωμα ήταν που έκανε τον μεγάλο της γιατρό. Θες οι σπουδές, θες η ανάγκη για θεραπεία, θες που ο γιατρός δεν ήξερε από νύχτα και από απόσταση κι έτρεχε παντού για το λειτούργημα, θες που δεν έπαιρνε ποτέ λεφτά από εκεί που δεν περίσσευαν… ό,τι έλεγε ο γιατρός ήταν νόμος. Κι ας ήταν κάπως βλοσυρός κι ας φαινόταν κάπως απόμακρος. Όλοι απ’ τα χείλη του κρέμονταν.

Κι ο άλλος ο γιος τούς γέμιζε περηφάνεια. Αεροπόρος, στην υπηρεσία της πατρίδας. Κεφάλι ψηλά, ηθικό ακμαίο… η ασφάλεια του τόπου. Νεός κι όμορφος. Κι έτσι θα παρέμενε… νέος κι όμορφος.

Τα κορίτσια τα γράμματα δεν τα πολυέπαιρναν. Τα παίδεψε η μάνα πολύ, να τελειώσουν τουλάχιστον το Δημοτικό, να ξέρουν να διαβάζουν. “Όποιος ξέρει να διαβάζει δεν ξεγελιέται”, τις έλεγε και τις έβαζε κάθε Κυριακή να διαβάζουν την εφημερίδα.

Μετά το Δημοτικό τις εκπαίδευσε στο δικό της σχολειό και τις πάντρεψε… από έρωτα… τίποτα δεν θα γινόταν από υποχρέωση σε εκείνο το σπίτι. Και οι δυο πήραν βιοπαλαιστές της εποχής, αποδεδειγμένων δημοκρατικών φρονημάτων. Μην τυχόν τις κακομεταχειριζόταν κανείς, καλύτερα να βοσκούσαν κι αυτές τα πρόβατα.

Τα “εν οίκω”, όλα δημοκρατικά… άσχετα αν καμιά φορά για να μην σκανδαλίζουν τον “δήμο” και τα καθεστώτα ήθη, τα παρουσίαζαν για αποφάσεις του πατρός.

Ο Κίτσος, ο πρωτανεψιός, ήταν το πέμπτο τους παιδί. Ορφάνεψε μικρός και τον μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί. Ετούτος αγαπούσε τους καρπούς και τα ζωντανά και την οικογένεια. Στιγμή δεν άφησε στέρφα τη γη ή απότιστα τα ζωντανά. Ήταν εκείνος που συντηρούσε τα κληροδοτήματα και την πρόοδο των υπολοίπων.

Είχε ένα στραβό όμως. Ήταν επαναστάτης και ήθελε να λέει πάντα τη γνώμη του. Ήταν και πειραχτήρι. ‘Ηταν – έλεγε – και αριστερός. Δήλωνε και άθεος! Ήταν όμως και ψάλτης στην εκκλησία… Αριστερός ψάλτης… φυσικά!

Κάθε Κυριακή, μετά τα ζωντανά, πρώτος, φρεσκοπλυμένος, στην εκκλησία να κρατά το ίσο. Μετά, αγκαζέ με τον παπά και τον χωροφύλακα στο καφενείο για αριστερή κατήχηση, για ψιλοκαβγά, για τσίπουρα και γέλια.

Έτσι περνούσε εκείνος ο τόπος… συμφωνούσαν, διαφωνούσαν, συμπορεύονταν.

Ένα βράδυ ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Ο χωροφύλακας πήρε σήμα να συλλάβει τον Κίτσο γιατί ήτανε, λέει, κομμουνιστής επικίνδυνος για την σταθερότητα του κράτους.

Ο χωροφύλακας σαστισμένος – αλλά με σώας τας φρένας και με αίσθημα δικαίου -, έστειλε να του φέρουν το γιατρό γιατί είχε “αφόρητους πόνους στην κοιλιά”. Όταν ήρθε ο γιατρός, του μήνυσε να μαζέψει τον Κίτσο στο σπίτι να μην κυκλοφορεί και θα κανόνιζε εκείνος τα υπόλοιπα. “Δεν είμαστε με τα σωστά μας που είναι ο Κίτσος επικίνδυνος και πρέπει να τον συλλάβω!”.

Στο οικογενειακό συμβούλιο όλοι συμφώνησαν πως δεν θ’ άφηναν να πάει ο Κίτσος πουθενά. Και το χωριό δεν ήταν πρόβλημα. Κανείς δεν θα τολμούσε…

Ο Κίτσος, όμως, ούτε κουβέντα… πήγε και παραδόθηκε μόνος του στην πρωτεύουσα γιατί ο χωροφύλακας προτιμούσε να κόψει το χέρι του παρά να τον συλλάβει και ο Κίτσος δεν επιθυμούσε να τον δει στο απόσπασμα για χάρη του.

Και έτσι ο Κίτσος έμεινε κάμποσα χρόνια στο νησί…

Για εκείνα τα κάμποσα χρόνια η μάνα κι ο πατέρας φρόντισαν να μην πεινάσει η γη, να μην διψούν τα ζωντανά και κλαίγαν το πείσμα του Κίτσου.

Ο γιατρός συνέχισε να γιατρεύει.

Τα κορίτσια φρόντιζαν να σπουδάσουν τα δικά τους κορίτσια.

Και τα “φτερά” της οικογένειας φρόντιζαν την ασφάλεια του τόπου. Και μια μέρα καλοκαιρινή είπε της μάνας πως φεύγει επειγόντως για την Κύπρο κι εκείνη τον σταύρωσε. Δεν ξαναγύρισε…

Λίγους μήνες μετά γύρισε ο Κίτσος.

Όλα ήταν περίπου ίδια. Στον μικρόκοσμό τους λίγα πράγματα άλλαξαν.

Στην οικογένεια έλειπε πια μία ψήφος, αλλά δεν έλειψε ποτέ η δημοκρατία και η λογική.

Ετούτος ο τόπος μόνον έτσι θα ευημερούσε… με “αδαείς” βοσκούς, με δεξιούς και αριστερούς, “διορισμένους” στην υπηρεσία της δημοκρατίας… κάποτε… παλιά…

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.