Θ. ΔΙΣΛΗΣ: «ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ, ΕΔΩ ΤΑ ΘΕΛΩ ΟΛΑ, ΨΩΜΙ, ΣΠΙΤΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ…»

0
3582

Συνέντευξη στον Γιάννη Κεσσόπουλο

Απόφοιτος της Σχολής δραματικής τέχνης Βεάκη, συνεργάζεται με το Κρατικό Θέατρο από το 2008 όπου ερμήνευε τον Ροδόλφο στην παράσταση της παιδικής σκηνής «Ερωτευμένος πειρατής» του Θέμη Μουμουλίδη. Από τότε συνεργάζεται ανελλιπώς με το ΚΘΒΕ έχοντας στο ενεργητικό του συμμετοχή σε σπουδαίες παραστάσεις. Παράλληλα συμμετείχε σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Παρά πέντε», «Τα μυστικά της Εδέμ», «Ζωή ξανά» κ.ά. Φέτον είναι ο «Μπάμπης» στην «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη που σκηνοθετεί ο Κώστας Τσιάνος. Είναι ο απλός Έλληνας που παθιάζεται και απογοητεύεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι ο Θανάσης Δισλής και μιλήσαμε για την «Αυλή των θαυμάτων» και όχι μόνο…

Μονή Λαζαριστών, σκηνή Σωκράτης Καραντινός στα δυτικά της πόλης. Είναι ναός ή εξορία για τον ηθοποιό;

Κάθε θέατρο είναι ναός για τον ηθοποιό, αλίμονο αν λέγαμε ότι είναι εξορία, θα ήμουν αχάριστος αν έλεγα κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον όταν στο συγκεκριμένο θέατρο μου δόθηκαν οι ευκαιρίες να ερμηνεύσω σπουδαίους ρόλους σε σπουδαία έργα όπως τον Ταρνανά στη «Λωξάντρα», τον Ναπολέων στη «Φάρμα των ζώων» και τον Μπάμπη στο «Τρίτο στεφάνι» και στην «Αυλή των θαυμάτων». Άλλωστε είναι ένα στολίδι στη δυτική πλευρά της πόλης και δίνει την ευκαιρία και στον κόσμο που είναι πιο μακριά από το κέντρο να απολαύσει καλό και ποιοτικό θέατρο.

«Η αυλή των θαυμάτων» είναι μια μικρογραφία της Ελλάδας. Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μήνυμά της;

«Κάθε τέλος μια καινούρια αρχή». Όσο ρομαντικό και αισιόδοξο και αν ακούγεται πιστεύω πως έτσι είναι, τίποτα δεν τελειώνει αν εμείς δεν θέλουμε να τελειώσει. Ο Έλληνας έχει πίστη, πείσμα, τσαγανό, μεράκι και φιλότιμο και αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους λαούς και αυτό νομίζω είναι και αυτό που ενοχλεί κάποιους.

Ποιον χαρακτήρα θεωρείς πιο διαχρονικό;

Δεν μπορώ να  ξεχωρίσω κάποιον, νομίζω πως όλοι είναι διαχρονικοί χαρακτήρες. Σε κάθε γειτονιά, σε κάθε πολυκατοικία μπορείς να βρεις αυτούς τους ανθρώπους, είναι όλοι τους άνθρωποι της διπλανής πόρτας γι αυτό και μας είναι τόσο οικείοι. Όλοι λοιπόν κάποιον μας θυμίζουν και ταυτιζόμαστε μαζί του, ο καθένας για τον δικό του λόγο.

Ο Μπάμπης, τον οποίο ενσαρκώνεις, είναι ο σημερινός Έλληνας που μετανάστευσε στην Τσεχία αλλά εξαπατήθηκε από τον μεσάζοντα. Πως αντιλαμβάνεσαι το ρόλο σου;

Είδα ένα ρεπορτάζ πρόσφατα με αυτό το θέμα και ομολογώ ότι ήρθα στη θέση τους για λίγο. Ο Μπάμπης είναι ένας αυθόρμητος άνθρωπος, γνήσιος, αληθινός, χωρίς δεύτερη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού, λέει τη σκέψη του δυνατά και είναι ντόμπρος γι’ αυτό και «την πατάει» από αυτούς που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη ανάγκη και την ευκαιρία τους για μια καλύτερη ζωή.

Ο ίδιος ο Ιάκωβος Καμπανέλλης προσδιορίζει το έργο ως περιγραφή «της έλλειψης σταθερότητας και σιγουριάς, που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα». Στη γενιά μετά τη μεταπολίτευση, ισχύει αυτό; Σε ποια πεδία;

Αν με ρωτούσες 15 χρόνια πριν θα σου απαντούσα ότι αυτό ίσως συνέβαινε κάποτε, τότε που η χώρα προσπαθούσε να συνέρθει από απανωτά χτυπήματα πολέμους, εμφύλιους, δικτατορία κλπ. Εμείς αυτά δεν τα ζήσαμε. Έχοντας ζήσει την περίοδο του 80s-90s και την εποχή των Ολυμπιακών αγώνων όπου η Ελλάδα ευημερούσε, αν κάποιος έλεγε ότι σε πολύ λίγα χρόνια θα φτάσουμε σ’ αυτήν την κατάσταση θα τον θεωρούσαμε κινδυνολόγο και υπερβολικό. Δυστυχώς όμως η έλλειψη της σταθερότητας και σιγουριάς, χαρακτηρίζει και πάλι τη ζωή του Έλληνα. Και η μετανάστευση δυστυχώς φαντάζει και πάλι ως  μία λύση. Μόνο που πια φεύγουν μορφωμένοι ειδικευμένοι επαγγελματίες που η χώρα τους έχει ανάγκη.

Ζούμε σε εποχή βαθιάς κρίσης, ο θεατής έρχεται ταλαιπωρημένος από τα φορολογικά του, τα οικονομικά του, τα πολιτικά του κλπ. Τι σκέφτεσαι όταν απευθύνεσαι σ’ αυτόν από σκηνής;

Θέλω να σκέφτομαι και σκέφτομαι αισιόδοξα, το μεγαλύτερο μέρος των θεατών είναι άνθρωποι που έχουν ζήσει τέτοιες καταστάσεις και ταυτίζονται μ’ αυτές, σχολιάζουν, συμπάσχουν, γελάνε, κλαίνε, περνάνε καλά και  ξεχνιούνται. Βλέπουν, θυμούνται και ελπίζουν.

Το όνειρο της Αυστραλίας είναι πάλι επίκαιρο, καθώς πολλά νέα παιδιά και όχι μόνο αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό, λόγω των συνθηκών της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Πιστεύεις ότι η φυγή είναι λύση;

Κατά τη γνώμη μου η φυγή δεν είναι λύση, είναι η εύκολη λύση, η ατάκα του Μπάμπη «εδώ είναι ο τόπος μου, εδώ τα θέλω όλα, ψωμί, σπίτι, δουλειά, όλα εδώ τα θέλω» μπορεί να γράφτηκε πριν 60 χρόνια αλλά με εκφράζει  απόλυτα!

Προσωπικά, αισιοδοξείς στην Ελλάδα του σήμερα;

Ναι αισιοδοξώ, θέλω να αισιοδοξώ, θέλω να κοιτάζω μπροστά και να λέω «τα καλύτερα έρχονται» και θα έρθουν αρκεί να το πιστέψουμε. Έτσι μεγάλωσα, έτσι θέλω να μεγαλώσω και τα παιδιά μου.

Θα χρησιμοποιήσω το ερώτημα που θέτει η ανακοίνωση του ΚΘΒΕ για το έργο: «Τι βιώνουμε, τελικά, ένα μίζερο αδιέξοδο ή ένα θαύμα;»

Θέλω να πιστεύω στο θαύμα. Γιατί μπορούμε να κάνουμε θαύματα αρκεί να θέλουμε. Εμένα δε μου πάει η μιζέρια, τη σιχαίνομαι….

Κλείνοντας: τι είναι για σένα το Κρατικό Θέατρο; Ποιος είναι, πιστεύεις, ο ρόλος του για την πόλη και τη βόρεια Ελλάδα;

Το Κρατικό θέατρο για μένα είναι το σπίτι μου, η δουλειά μου, η διασκέδαση μου. Ο ρόλος του και ο εκπαιδευτικός του χαρακτήρας είναι σημαντικός όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα αλλά και στα Βαλκάνια και την Ευρώπη γενικότερα. Έχει έμπειρο προσωπικό, ταλαντούχους ηθοποιούς και παραγωγές και παραστάσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα τις παραστάσεις του εξωτερικού. Είναι ένα ανοιχτό Θέατρο με ανθρώπινο πρόσωπο για όλες τις ηλικίες και όλους τους ανθρώπους.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα thessnews, φύλλο 10.2.2018

Advertisements
Προηγούμενο άρθροΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΕΜΣ: ΕΝΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ 930 ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ MADE IN THESSALONIKI
Επόμενο άρθρο«ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ…»
Σπούδασα Νομικά, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη. Και διευθυντή το Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» την οποία διηύθυνα από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Τώρα, όλη η ψυχή για το thinkfree. Ούτως η άλλως, η μεγαλύτερη ατομική αντίσταση του ανθρώπου υπήρξε ανέκαθεν η ελεύθερη σκέψη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here