Ελ. Χουσνή: «Γιατί επιλέγουμε να διαγράφουμε αυτά που μας πληγώνουν;»

0
646

Έλενα Χουσνή, «Καταραμένες Πολιτείες», Εκδόσεις Κύφαντα

«Η λέπρα εγκατέλειψε τα λημέρια τους, ερείπωσε η φυλακή τους, γκρέμισαν οι τοίχοι, έπεσε η στέγη, ερήμωσε ο τόπος, δεν είναι πια το ρέμα το σύνορο του κόσμου, και πάλι όμως η ιερή απόσταση δεν περπατήθηκε. Αυτή την αρρώστια δεν την νίκησαν ποτέ. Δεν έχει φάρμακο. Εκεί έξω έγιναν πολυτραυματίες, μέτρησαν πληγές που δεν τις γνώριζαν και δεν ήξεραν να τις γιατρέψουν. Βαθιές, κοφτερές, με μπόλικο φαρμάκι. Καινούριο φαρμάκι, ανίκητο. Καθάρισε το σώμα τους μα οι άλλοι ήθελαν μια κάθαρση διαφορετική, τελειωτική, να έχει σύνορα συγκεκριμένα, αδιάβατα. Δεν βρέθηκε διαβατήριο για αυτά τα σύνορα. Ακόμη αδιάβατα είναι». Η Έλενα Χουσνή αλλάζει λογοτεχνική ρότα και από το αστυνομικό μυθιστόρημα εισέρχεται σε ένα βαθιά ανθρωπιστικό, κοινωνικό και ιστορικό κάδρο. Το νέο της μυθιστόρημα «Καταραμένες Πολιτείες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κύφαντα, πραγματεύεται τον αγώνα για ζωή των χανσενικών του λεπροκομείου του Καρλοβασίου. Με αυτή την αφορμή είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Κυρία Χουσνή, στο τέταρτο πλέον βιβλίο σας και έχοντας αποκτήσει ίσως μια πιο συνειδητή στάση έναντι της συγγραφικής διαδικασίας, τι θα λέγατε ότι είναι αυτό που «πυροδοτεί» την έναρξη μιας ιστορίας;

Νομίζω ότι για τον καθένα λειτουργεί εντελώς διαφορετικά γι` αυτό και δεν υπάρχει αυτό που λέμε «συνταγή» στη συγγραφή ή σωστό και λάθος. Για μένα πάντα το θέμα είναι αυτό που κινητοποιεί το ενδιαφέρον μου. Αυτό μπορεί να ξεκινήσει από μια εικόνα, μια τυχαία συζήτηση, ακόμη και από ένα μορφασμό σε ένα πρόσωπο που στα δικά μου μάτια διηγείται μια ιστορία σημαντική. Ξεκινώ συνήθως με την προσπάθεια να απαντήσω μέσα μου στο ερώτημα ή ερωτηματικό που ένα θέμα δημιουργεί. Αυτό με οδηγεί, σχεδόν πάντα, σε μεγάλη και κατά το δυνατόν ενδελεχή έρευνα. Η οποία έρευνα, όμως, δεν οδηγεί απαραίτητα και στην ανάγκη συγγραφής. Μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να «παράξει» την ανάγκη να διηγηθώ μια ιστορία. Άλλοτε, πάλι, καθώς διαβάζω, ψάχνω, αναρωτιέμαι, αρχίζει να γεννιέται η ιστορία. Αυτό για  μένα είναι επαρκής ένδειξη ότι βρίσκομαι μπροστά σε κάτι που έχει νόημα για μένα, σε ένα προσκλητήριο συγγραφής. Είναι μια σύνθετη διαδικασία την οποία δεν είμαι σίγουρη ότι σας περιγράφω όπως συμβαίνει. Τελικά, δεν έχει σημασία όμως γιατί μια ιστορία δεν έχει σημασία πως γεννιέται αλλά πόσο καλά μπορείς να την διηγηθείς και βέβαια κατά τρόπο που να έχει νόημα για τον άλλον.

Μετά από μια τριλογία που θα την ονομάζαμε «τριλογία της κρίσης» με φόντο τα όσα συμβαίνουν στην χώρα σήμερα, και αφού βάλατε την υπογραφή σας στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, έρχονται οι «Καταραμένες Πολιτείες», ένα εντελώς διαφορετικό μυθιστόρημα. Εγκαταλείπετε την αστυνομική λογοτεχνία ή πρόκειται για μια μεμονωμένη περίπτωση;

Αγαπώ την αστυνομική λογοτεχνία με πάθος. Την αγαπώ για την κάθαρση που προσφέρει, για την άτυπη δικαιοσύνη των ιστοριών της, για τα τεχνάσματα, την σκοτεινιά της, τα διλήμματα που έμμεσα θέτει και ακόμη πιο υπαινικτικά απαντά. Προσπαθώ να την «υπηρετώ» με επάρκεια και με σεβασμό για τον αναγνώστη. Οφείλω όμως να παραδεχθώ δύο πράγματα. Πρώτον ότι τα διαβάσματά μου είναι κατά κύριο λόγο εκτός του χώρου της αστυνομικής λογοτεχνίας και δεύτερον ότι δεν νιώθω πώς η αγάπη μου για την αστυνομική λογοτεχνία με «υποχρεώνει» να γράφω κατ’ αποκλειστικότητα αστυνομικά μυθιστορήματα. Αυτό θα συνιστούσε ένα συγγραφικό εγκλεισμό που αδικεί τόσο τον συγγραφέα όσο και το είδος. Οι «Καταραμένες Πολιτείες» αν και έχουν κάποια επιμέρους στοιχεία αστυνομικής πλοκής, σαφώς δεν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα. Δεν ξέρω τι είδους θα είναι η επόμενη ιστορία που θα θελήσω ή θα νιώσω την ανάγκη να διηγηθώ. Όπως σας είπα και πριν όλα εξαρτώνται από το θέμα και από τον τρόπο που νομίζω ότι πρέπει να γίνει η προσέγγισή του. Αν με ρωτάτε τι θα ήθελα να κάνω αυτή τη στιγμή θα έλεγα να γράψω ένα παιδικό βιβλίο. Αλλά άγνωσται αι βουλαί των συγκυριών. Επίσης η συγγραφή όπως και οι… ανασχηματισμοί καλό είναι να μην προαναγγέλλονται!

«Αυτό είναι που με κυνηγούσε καθ`όλη την διάρκεια της συγγραφής. Η επιλογή μας να διαγράφουμε από την ιστορία μας αυτά που πληγώνουν»

Η λέπρα είναι το κεντρικό θέμα στο βιβλίο σας. Τι είναι αυτό που σας άγγιξε στο ζήτημα αυτής της ομολογουμένως πολύ ιδιαίτερης ασθένειας η οποία συνοδεύτηκε από πολύ ισχυρό στιγματισμό, οικογενειακό και προσωπικό των ασθενών;

Πρώτα από όλα αυτό που αναφέρετε. Ότι πρόκειται για μια ασθένεια η οποία συνοδεύτηκε πέρα από την σοβαρότητα των προβλημάτων που δημιουργούσε στους ασθενούντες και από τον πλήρη αποκλεισμό τους, οικογενειακό, προσωπικό, κοινωνικό. Οι Χανσενικοί διαγράφονταν από τα «κιτάπια» των χωριών τους. Εξαφανίζονταν. Έπαυαν να υπάρχουν με το που ασθενούσαν. Με αυτό τον τόσο σκληρό τρόπο η τότε κοινωνία και για πολλές δεκαετίες αντιμετώπιζε αυτή την φοβερή ασθένεια που από μόνη της στερούσε την ταυτότητα από τους ασθενείς καθώς τους παραμόρφωνε, τους άλλαζε. Άλλαζε την όψη τους αλλά με έναν ιδιότυπο τρόπο ατσάλωνε την ψυχή τους. Δεν αδικώ τους ανθρώπους. Είναι δύσκολο να αντιμετωπίσεις αυτό που δεν καταλαβαίνεις. Συνήθως επιλέγεις να το απομακρύνεις από τον δικό σου κόσμο. Όμως εξελικτικά η άγνοια αντικαθίσταται από την γνώση, η ιατρική αντιμετωπίζει το πρόβλημα, η θεραπεία βρίσκεται, οι χανσενικοί θεραπεύονται απόλυτα και στους περισσότερους δεν υπάρχει κανένα εμφανές σημάδι. Και τι μένει στο τέλος; Το βαρύ πέπλο του στίγματος να θρυμματίζει την ούτως ή άλλως ισχνή προσπάθειά τους να βρουν μια γωνιά στον κόσμο που τους εξορίζει. Η μνημοσύνη. Αυτό είναι που με κυνηγούσε καθ`όλη την διάρκεια της συγγραφής. Η επιλογή μας να διαγράφουμε από την ιστορία μας αυτά που πληγώνουν. Όμως δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Είναι σαν να μπαίνουμε στην διαδικασία της αυτοκριτικής εξαιρώντας εξ αρχής τα λάθη. Μα αυτό καταντά αυτό-έπαινος. Τα κτίρια κουβαλούν ιστορίες. Το Λεπροκομείο Σάμου κουβαλά δεκάδες ιστορίες ανθρώπων, και στο τέλος την εξής μία. Ότι κάποτε πρέπει να πάψουμε να θυμόμαστε επιλεκτικά, να πάψουμε να απορρίπτουμε αυτό που δεν γνωρίζουμε, να πάψουμε να δημιουργούμε τόπους εξορίας για τον διαφορετικό, τον άλλον. Ερωτήματα αναπάντητα… δυστυχώς!

Μέσα στον Λεπροκομείο, όπως το περιγράφετε στο βιβλίο σας αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη κοινότητα όπου οι ασθενείς στήριζαν ο ένας τον άλλον. Θα έλεγε κανείς ότι μοιάζετε να θαυμάζετε βαθειά αυτή την αλληλεγγύη.

Απόλυτα. Υποκλίνομαι μπροστά της με απέραντο θαυμασμό. Μέσα στο λεπροκομείο αναπτύσσονται συλλογικότητες. Άνθρωποι από διαφορετικές τάξεις, περιοχές, περιβάλλοντα βρίσκονται σε μια αναγκαστική συγκατοίκηση. Τους χωρίζουν πολλά αλλά τους ενώνουν τα εξής τρία: η ασθένεια, η θλιβερή καθημερινότητα και η ανάγκη να βρουν παρηγοριά. Συγκροτούν λοιπόν μια μικρή κοινωνία στην οποία, με ακριβή θέα στον θάνατο που είναι η μόνη βεβαιότητα, φτιάχνουν ισχυρούς δεσμούς. Καθορίζουν την συνύπαρξή τους με όρους συντροφικότητας, αλληλεγγύης, αλληλοϋποστήριξης. Οι λιγότερο άρρωστοι στηρίζουν τους βαριά ασθενείς. Ξενυχτούν δίπλα τους, τους συντρέχουν, τους φροντίζουν με γνώμονα το ένστικτο και όχι την γνώση, στήνουν το δικό τους σύνορο με όρους που είναι πραγματικά ζηλευτοί. Η Καταραμένη Πολιτεία τους γίνεται μια Πολιτεία ισονομίας, σεβασμού, αγάπης τελικά. Είναι να μην συγκλονίζεσαι; Είναι να μην αναρωτιέσαι γιατί να μην το έχουμε επιτύχει οι υπόλοιποι αυτό;

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, ένας σπουδαίο όπως αναφέρετε άνθρωπο που κατάφερε να μεταμορφώσει την Σπιναλόγκα.

Ναι, ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης αξίζει τον σεβασμό όλων μας. Είναι ένας αναμορφωτής, ένας επαναστάτης, ένας γενναίος άνθρωπος που νεαρός βρέθηκε στην Σπιναλόγκα. Δεν επέτρεψε ούτε στιγμή την αρρώστια και τον εγκλεισμό να τον καταβάλλουν. Ρίχτηκε με πάθος και αυτοθυσία στον αγώνα να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των χανσενικών, να μετατρέψει έναν άναρχο, βυθιζόμενο στην παραίτηση, κόσμο σε μια οργανωμένη πολιτεία με όρους υγιεινής, κανόνες επιβίωσης και συνθήκες αξιοπρέπειας. Αντιμετώπισε τα προβλήματα, έβαλε τις βάσεις της αυτοοργάνωσης και επέτυχε θαύματα. Κυρίως κατάφερε να στρέψει την προσοχή της κοινωνίας και των παραγόντων προς το εσωτερικό των τειχών της Σπιναλόγκα. Όχι πια με απέχθεια ή με φόβο αλλά με σεβασμό και κατανόηση. Διάβασα τα απομνημονεύματά του και πραγματικά συγκλονίστηκα. Χαίρομαι που τα διάβασα μετά το τέλος της συγγραφής γιατί νιώθω πως αν το είχα κάνει πριν θα ένιωθα παντελώς αδύναμη  να  μιλήσω για το θάρρος αυτών των ανθρώπων. Με τις «Καταραμένες Πολιτείες» άλλωστε αυτό επεχείρησα να κάνω με τις μικρές μου δυνάμεις. Ένα μνημόσυνο για όλους τους χανσενικούς που νοσηλεύτηκαν στα λεπροκομεία της χώρας μας. Με αφορμή το Λεπροκομείο της Σάμου αλλά με την ματιά και την ψυχή μου στραμμένη και στα υπόλοιπα. Άλλωστε μπορεί οι τόποι να είναι διαφορετικοί αλλά το δράμα είναι κοινό.

Κλείνοντας, μια ερώτηση για την ίδια την συγγραφική διαδικασία. Όταν κανείς ασχολείται με τόσο σοβαρά θέματα, πόσο ψυχοφθόρα ή λυτρωτική είναι η διαδικασία να μιλήσει γι’ αυτά;

Είναι ταυτόχρονα λυτρωτικό και αυτό-υπονομευτικό. Θέτεις τον εαυτό σου σε μια συνεχή βάσανο. Ζεις με τους ήρωές σου και έτσι είναι δύσκολο να αποστασιοποιηθείς από το δράμα τους. Οφείλεις όσο μπορείς να ζεις τη ζωή τους, να συμμερίζεσαι την κακή τους διάθεση, να μοιράζεσαι τις αγωνίες τους. Να περπατάς με τα δικά τους παπούτσια. Αυτή η διαδρομή λειτουργεί λοιπόν σαν δίκοπο μαχαίρι. Σε αδειάζει, σε συντρίβει αλλά ταυτόχρονα σε απελευθερώνει με έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο γιατί παλεύοντας με τους δαίμονές των ηρώων, υποσυνείδητα παλεύεις και με τους δικούς σου και αυτό σε κάνει να νιώθεις πιο δυνατός. Νιώθεις ότι δεν κρύβεσαι ηττημένος, στο λαγούμι της παραίτησης, αλλά κάπως ξεμυτίζεις και λες «ναι, είμαι ακόμη εδώ. Δεν παραιτήθηκα»…

Συνέντευξη στον Γιάννη Θ. Κεσσόπουλο | [email protected]

Προηγούμενο άρθροΑναβάλλονται πολιτιστικές εκδηλώσεις λόγω εθνικού πένθους
Επόμενο άρθροO «Ορέστης» του Ευριπίδη στην Κύπρο – Όλοι οι σταθμοί της περιοδείας
Σπούδασα Νομικά, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη. Και διευθυντή το Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» την οποία διηύθυνα από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Τώρα, όλη η ψυχή για το thinkfree. Ούτως η άλλως, η μεγαλύτερη ατομική αντίσταση του ανθρώπου υπήρξε ανέκαθεν η ελεύθερη σκέψη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here