Φάρος: Ο Μπέκετ αισιοδοξεί τον 21ο αιώνα

0
1652

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης σκηνοθετεί έναν ακόμα Ιρλανδό συγγραφέα, που δεν μπορεί ή δε θέλει να ξεφύγει από την Μπεκετική επιρροή.

Επί σκηνής γράφει η Κατερίνα Νικολάου / [email protected]

Ένας τυφλός που δυσκολεύεται να κινηθεί κι ο βοηθός του που δεν μπορεί να καθίσει. Κι όμως δεν είναι ο τυραννικός Χαμ και ο υπηρέτης του Κλοβ αλλά ο μεγάλος τυφλός αδερφός Ρίτσαρντ και ο χαμένος στον βούρκο της έλλειψης αγάπης Σάρκυ. Κι αν ο Μπεκετ δημιουργεί παγίδες, ένα σπίτι που κανείς δεν βλέπει τα παράθυρα, ένας Γκοντό που δεν έρχεται ποτέ, ο Κόνορ Μακ Φέρσον ανοίγει χαραμάδες σε μια παράσταση που από το πρώτο δευτερόλεπτο στέλνει το μήνυμα της ελπίδας ακόμα και στο πιο βρωμερό τοπίο.

Πέντε πολύ γνωστοί ηθοποιοί γίνονται το δόλωμα για να δει ο θεατής μια παράσταση δύσκολη. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης υποδύεται τον Ρίτσαρτ που εδώ και ένα χρόνο έχει χάσει την όρασή του. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ο αδερφός του που προσπαθεί να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της αλκοολικής κουλτούρας της καταστροφής που βλέπουμε τόσο συχνά στα έργα των σύγχρονων Ιρλανδών συγγραφέων. Δίνει μια μάχη για πάνω από δύο ώρες αφού έχει τον πιο δύσκολο ρόλο. «Παίζουν» μέχρι και οι τρίχες του κεφαλιού του, τα δάχτυλα των ποδιών του, η ανάσα του ακόμα και όταν η δράση της σκηνής δεν είναι συγκεντρωμένη στο πρόσωπό του. Ο Νίκος Ψαρράς, σε έναν ρόλο πολύ διαφορετικό από ό,τι τον έχουμε συνηθίσει, απελευθερώνεται από την ετικέτα του ζεν πρεμιέ και τσαλακώνεται απολαμβάνοντάς το μέχρι το τελευταίο λεπτό ως ο χαζοβιόλης αλλά καλόκαρδος Ιβάν. Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος ως Νίκυ ενσαρκώνει έναν υπέροχο κλαρινογαμπρό (έτσι θα τον λέγαμε το 2018, ποζερά θα τον λέγαμε στα ’90s) λάμπει πάνω στη σκηνή σαν καινούριο ψευτοκόσμημα, το λαϊκό παιδί με την καδένα και τα τατουάζ. Ο Αιμίλιος Χειλάκης ως κύριος Λόκχαρτ αρχικά σαγηνεύει με το αρρενωπό του παράστημα, η μάχη του ανθρώπινου σώματος κυριευμένου από τη σατανική δύναμη τον κάνει να παραπέει, τόσο φυσικά που δεν καταλάβαμε αν χάνει τον ρόλο και επανέρχεται ή η εναλλαγή έχει να κάνει με τον ίδιο τον χαρακτήρα.

Αν υπάρχει κάτι που αναβλύζει από όλα τα έργα που έχει σκηνοθετήσει ο Μαρκουλάκης αυτό είναι η αγάπη. Αγάπη που ξεφυτρώνει μέσα από εμετό, σκατά και βία. Χαμηλά ταβάνια, γκρίζοι τοίχοι, τυφλά παράθυρα που όμως πάντα αφήνουν έστω και μια χαράμαδα φως. Κι αντί ο διάολος να περάσει μαζί με τον Σάρκυ μέσα από τη χαραμάδα στον τοίχο, μια χαραμάδα φως βγαίνει μέσα από τα τυφλά μάτια του Ρίτσαρντ, μια χαραμάδα ενός αλκοολικού θεού που όμως δεν παύει να αγαπά το χαμένο του πρόβατο. Κι αυτό τον διαφοροποιεί από άλλους σκηνοθέτες της γενιάς του που δείχνουν την αθλιότητα χωρίς διέξοδο.

Κι ο ΜακΦέρσον ονόμασε το έργο «Ο Ναυτικός» σε μια αναφορά στο ομώνυμο κλασικό αγγλικό ποίημα, ο Μαρκουλάκης το μεταφράζει σε «Φάρος». Εκείνος που δείχνει τον δρόμο στο απόλυτο σκοτάδι, στην αγριεμένη θάλασσα και βοηθά πάντα να βρούμε το λιμάνι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.