Γιατί οι θεσμικοί «επιτίθενται» κατά των δημοσιογράφων;

0
2304

Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος / [email protected]

Στις 2/9/2017 στην εφημερίδα thessnews με το κείμενο υπό τον τίτλο «Αντιδημοκρατικοί, αλαζόνες και μικροί…» σχολίαζα το καινοφανές φαινόμενο κρατικοί ή αυτοδιοικητικοί αξιωματούχοι να διαμαρτύρονται για δημοσιεύματα που ασκούν κριτική στο έργο ή στο μη έργο τους. Να μην απαντούν σε ερωτήματα γιατί δεν τους είναι αρεστά. Να επιτίθενται στους δημοσιογράφους με κάθε τρόπο.

Το θυμήθηκα με αφορμή την αντίδραση του προέδρου της Αττικό Μετρό Γ. Μυλόπουλου στο ρεπορτάζ της δημοσιογράφου της Voria.gr Άννυς Καρολίδου (βλέπε εδώ και εδώ). Λίγες μέρες πριν το επεισόδιο αυτό, γνωστή δημοτική σύμβουλος της Πρωτοβουλίας σχολίαζε το γεγονός ότι πόσταρα το link με το ρεπορτάζ της voria.gr για την συνεδρίαση της δημοτικής ομάδας Μπουτάρη, μετά την επίσκεψη και το χρίσμα Τσίπρα στον τελευταίο. «Aν πιστεύετε πως θα μάθετε τι ειπώθηκε από πληροφορίες, αφού δημοσιογράφοι δεν συμμετέχουν στην δημοτική ομάδα,τότε μιλάμε για ενημέρωση καφενείου» έγραψε και μας πρότεινε να ενημερωνόμαστε από τα δελτία Τύπου, δηλώνοντας ότι έχει «διαφορετική άποψη για τη δημοσιογραφία».

Μάλιστα. Στη χώρα όπου ο δημοσιογράφος καμώνεται τον εισαγγελέα, ο εισαγγελέας τον πολιτικό και ο πολιτικός τον δημοσιογράφο καθένας έχει τη δική του άποψη για τη δημοσιογραφία. Όπως και για τις αποφάσεις του ΣτΕ και πότε τα παίρνουν οι δικαστές. Όπως και για τις δύσκολες ιατρικές επεμβάσεις. Καθένας έχει τη δική του άποψη. Και αξιώνει να τη σεβαστούμε.

Αυτά βέβαια πάντα γινόταν, οι δημοσιογράφοι το γνωρίζουμε καλά, ακόμη και εάν υπηρετούμε το «τελευταίο τη τάξει», ταπεινό πολιτιστικό ρεπορτάζ. Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο έγινε πλέον έντονο, ο τσαμπουκάς είναι πιο οξύς, ενώ είναι περισσότεροι αυτοί που συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η αντίδραση κατά των δημοσιογράφων έγινε άποψη, στυλ, πολιτική θέση. Αδιακρίτως μέσου και είδους ρεπορτάζ. Δεν θέλουν κανείς να ενοχλεί τα λάθη τους. Όποιος δε συμφωνεί είναι κακός, είναι με τους άλλους, είναι εχθρός.

Ίσως φταίει γι’ αυτό η άνωθεν πολιτική κάλυψη που έδωσαν και δίνουν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι τα τελευταία χρόνια (βλέπε τις επιθέσεις της Ζωής, του Πολάκη, του Παππά κ.ά. υπό την ανοχή –τουλάχιστον- του αρχηγού τους)!

Η απαισιόδοξη εκδοχή είναι αυτή η στάση να αποτελεί ιδεολογική επιλογή (συνολικά 49 μέσα ενημέρωσης έκλεισαν κατ’ εντολή της κυβέρνησης του συντρόφου Μαδούρο το 2017).

Η αισιόδοξη εκδοχή είναι αυτή η στάση να αποτελεί απλώς πρόβλημα γνώσης, παιδείας, γλώσσας, κατανόησης ή έστω αλαζονείας λόγω εξουσίας.

Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή: το θέμα αυτό να έχει και πολιτικές διαστάσεις αλλά και διαστάσεις ανάγκης αυτοκριτικής από την πλευρά της δημοσιογραφίας (για την εικόνα που έδωσε και τη σχέση που έχτισε με το κοινό τα τελευταία 20 χρόνια). Και αυτόματα θυμάμαι αυτό που μου είπε κάποτε σε συνέντευξή του ο τότε πρύτανης του ΑΠΘ Αναστάσιος Μάνθος, σχολιάζοντας μια πολυήμερη κατάληψη της πρυτανείας: πως να πείσεις τα παιδιά που κάνουν σήμερα κατάληψη ότι δεν είναι δικαίωμά τους, όταν τα μεγαλώσαμε με την πεποίθηση ότι υπάρχει μαθητικό άσυλο;

Πως να πείσεις τον κόσμο ότι ο δημοσιογράφος έχει υποχρέωση να μην αρκείται στα δελτία Τύπου αλλά να ψάχνει, να ψάχνει, να ψάχνει, όταν έχουμε εθιστεί σε «media» που απλώς αναπαράγουν δελτία Τύπου; Όταν έχουμε συνηθίσει στο ανυπόγραφο, στο ψευδεπίγραφο και στο κλεψιμέικο; Όταν επιτρέψαμε τα fake news και τους ψεύτικους τίτλους;

Όχι απλώς έχει υποχρέωση, είναι συστατικό στοιχείο της ίδιας της δουλειάς. Αν ο δημοσιογράφος σταματήσει να ψάχνει, παύει να είναι δημοσιογράφος.

Advertisements
Προηγούμενο άρθροΕπί σκηνής: Χειμωνιάτικο παραμύθι
Επόμενο άρθρο«Από το Λεμπέτ στο Ψυχιατρείο: μια ιστορία, ένας αιώνας»
Σπούδασα Νομικά, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη. Και διευθυντή το Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» την οποία διηύθυνα από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Τώρα, όλη η ψυχή για το thinkfree. Ούτως η άλλως, η μεγαλύτερη ατομική αντίσταση του ανθρώπου υπήρξε ανέκαθεν η ελεύθερη σκέψη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here