Γιατί πάμε σε παρουσιάσεις βιβλίων;

0
853

Πρέπει να ομολογήσω πως αυτό το κείμενο καθυστέρησε τρεις εβδομάδες. Κι αυτό γιατί η παρουσίαση στην οποία θα αναφερθώ πραγματοποιήθηκε στις 21 Νοεμβρίου. Ωστόσο η εντύπωση που μου έκανε παραμένει ακόμα μέσα μου ζωντανή.

Γράφει η Κατερίνα Νικολάου / [email protected]

Γιατί άραγε γίνονται οι παρουσιάσεις βιβλίων; Πόσες από αυτές έχουν πραγματικό νόημα; Προσθέτουν κάτι στη γνώση μας γύρω από τη λογοτεχνία ή απλά μαζευόμαστε για να πούμε καλά λόγια για τους φίλους μας (θέτοντάς το πολύ κομψά); Έχω συμμετάσχει σε κάποιες παρουσιάσεις, είτε ως θεατής, είτε ως συντονίστρια είτε ως «πανελίστας» και καμιά φορά με γεμίζουν αμηχανία. Σκέφτομαι «τι κερδίζει αυτός που ήρθε να μας ακούσει σήμερα;».

Η παρουσίαση του συλλογικού τόμου «Σκοτεινές υποθέσεις» από τις Εκδόσεις Κύφαντα και συγκεκριμένα η ανάλυση – παρουσίαση του Αλέξανδρου Μυροφορίδη μου έδωσε την απάντηση.  Στο αγαπημένο πατάρι του βιβλιοπωλείου «Πρωτοπορία», ένα απόγευμα του Νοέμβρη, μαζευτήκαμε να συστηθούμε με ένα βιβλίο που αφορά ιστορίες εγκλημάτων, μυστηρίου και αγωνίας. Στο πάνελ βρισκόταν ο Αντώνης Γκόλτσος, συγγραφέας και επιμελητής του βιβλίου, ο Αλέξανδρος Μυροφορίδης, καθηγητής δημιουργικής γραφής και η Έλενα Χουσνή, συγγραφέας που συμμετείχε με κείμενο στο βιβλίο και ο εκδότης Γιάννης Χουτόπουλος. Ο καθένας από τη δική του σκοπιά περιέγραψε την περιπέτεια της δημιουργίας ενός συλλογικού τόμου, από την πλευρά του συγγραφέα, του επιμελητή, του εκδότη. Ο Αλέξανδρος Μυροφορίδης όμως μύησε το κοινό στα μυστικά της γραφής αλλά κυρίως της ανάγνωσης δείχνοντας ψηλαφητά τα χρωματιστά λουλούδια, τους κρυμμένους θησαυρούς κάθε κειμένου.

Συχνά για να ανακαλύψεις έναν θησαυρό, χρειάζεσαι έναν χάρτη. Μία καθοδήγηση. Στο σχολείο, μέσα από το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, γινόταν από κάποιους -λίγους- καθηγητές μια τέτοια προσπάθεια να μάθουν στα παιδιά τι είναι αυτό που κάνει ένα κείμενο ξεχωριστό. Αργότερα, μέσα από την πληθώρα των αναγνωσμάτων ο αναγνώστης χάνεται, παρασύρεται μέσα στα διαφορετικά ρεύματα της λογοτεχνίας. Πέφτει μέσα σε βαζάκια με φορμόλη που φέρουν την ετικέτα του είδους (genre) και φοβάται να αφεθεί στη χαρά που προσφέρει το πνευματικό τρενάκι του λούνα παρκ που αποτελεί η λογοτεχνία.Στην πορεία της παρουσίασης ετέθη το ζήτημα «τι δουλειά κάνουν τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής». Θα γεμίσουμε ξαφνικά επίδοξους συγγραφείς; Μετά την παρουσίαση του καθηγητή δημιουργικής γραφής Αλέξανδρου Μυροφορίδη έλαμψε μέσα μου η απάντηση: μοιάζει με μάθημα μουσικής σύνθεσης. Σκοπός δεν είναι να γίνεις βιρτουόζος αλλά να αποκτήσεις καλλιτεχνική ευαισθησία και ματιά πάνω στη μουσική. Σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τις «συγχορδίες» και τα σχήματα που δίνουν ζωντάνια, ρυθμό και συναίσθημα σε ένα κείμενο. Μαθαίνεις το στυλ κολύμβησης που θα σε βοηθήσει να επιπλεύσεις και να μην πνιγείς στα προαναφερθέντα ρεύματα. Κι όταν γνωρίσεις να αναγνωρίζεις τα εργαλεία του λόγου, τότε μπορεί κι εσύ να δοκιμάσεις να συνθέσεις τους δικούς σου λογοτεχνικούς πίνακες, με τα δικά σου «χρωματιστά λουλούδια». Άλλωστε δεν είναι το συμβάν που κάνει μια ωραία ιστορία, αλλά το πώς μεταδίδει ο αφηγητής τα συναισθήματα που γεννά το συμβάν.

Εν τέλει έτσι αξίζει να γίνονται οι παρουσιάσεις βιβλίων. Δεν είναι απλά ένα εργαλείο προώθησης ενός βιβλίου. Είναι μια διαδικασία εκπαίδευσης και γνωριμίας ώστε ο πιθανός αναγνώστης να ξέρει τι να περιμένει από ένα βιβλίο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.