Άφυτος: αυτός ο τόπος που… ξανάλλαξε χρώμα

0
3650

Γράφει ο Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος | [email protected]

Η Άφυτος είναι στην καρδιά μου. Όχι μόνο γιατί συνδέθηκε με τα καλύτερά μας χρόνια, αλλά γιατί δεθήκαμε με ανθρώπους της. Γιατί έγινε το χωριό μας, το «επίνειο» της προσωπικής περιπέτειας. Από το 1996 που πρωτοπήγε η Σμαρώ -φοιτήτρια τότε της Σχολής Καλών Τεχνών- με ένα πρόγραμμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας και βρέθηκα κι εγώ να τη συναντήσω, τότε που από το δρόμο δε φαινόταν χωριό κι η Άφυτος ήταν σα να μην υπήρχε, μέχρι την πρώτη ατομική έκθεσή της το 2002 στο κτίριο Αλετρά, στην πλατεία, έγινε το χωριό μας.

Τότε που οι πρώτες πέτρες πωρόλιθου στρώθηκαν στους δρόμους και «ντύσανε» τα σπίτια των ντόπιων ή αποκαλύφθηκαν κάτω από τους λευκούς σοβάδες των προηγούμενων δεκαετιών. Τότε που όλοι έδειχναν ως φυσικό αυτουργό της μεγάλης προσπάθειας να αναδειχθεί το χωριό με την ταυτότητά του, την αρχιτεκτονική και την ιστορία του, τον γλύπτη και πρόεδρο της Κοινότητας Βασίλη Παυλή, έναν άνθρωπο που αγάπησε τον τόπο του, της ιστορίες του και έτυχε να αγαπά και τις τέχνες, να «συνομιλεί» με τον πωρόλιθο και να του δίνει μορφή ως επίγειο πλάστης. Τότε που ο μετέπειτα πρόεδρος Γιάννης Σπανός -δυστυχώς «έφυγε» νωρίς- πάσχισε (ματαίως) να βάλει την Άφυτο στο Δίκτυο «Των Ελλήνων οι Κοινότητες» για να ‘ναι μαζί με το Νυμφαίο, τα Αμπελάκια και την Οία μήπως και σωθεί από τον νεοελληνισμό. Τότε που για τον πρωινό καφέ ήταν το «Φορτούνα» στην άκρη του βράχου και για το βραδινό ποτό ο «Κουτσόμυλος» στον ομώνυμο λόφο. Κι από κοντά ο «Λίθος», το ρεστοράν «Σουσουράδα», η ταβέρνα του Στρουμπούλη, η ψαροταβέρνα «Ο Βράχος». Τότε που ένα πρωινό κουβεντιάζαμε σε διπλανά δωμάτια με τον Ευγένιο Σπαθάρη και τα λέγαμε με τον 36άχρονο τότε Γεράσιμο Ανδρεάτου για την εφημερίδα «Μακεδονία» στη σκηνή της πλατείας, με τον κόσμο κάτω να περιμένει ν’ ακούσει τα τραγούδια του.

Έχει πολλά χρόνια που η Άφυτος έγινε τόπος που «άλλαξε χρώμα», όπως λέει το τραγούδι του Χρήστου Κολοβού. Ακόμη και για εμάς τους «ξένους». Από χωριό των τεχνών (του Παραλή) μεταλλάχθηκε σε χωριό των τουριστών. Και μάλιστα χαμηλού τουρισμού… Λίγο η προσδοκία πολλών για εύκολο και γρήγορο κέρδος, λίγο η οικονομική κρίση, λίγο η «αναγκαστική» στροφή στον τουρισμό του πρώην ανατολικού μπλοκ άλλαξε και αυξήθηκε ο πληθυσμός, τα δωμάτια του σπιτιού γίνανε «ρουμς του λετ», μπαράκια, καφέ και ταβέρνες γέμισαν το χωριό. Η αλλαγή δεν ήταν ξαφνική αλλά την τελευταία φορά που βρέθηκα εκεί μελαγχόλησα. Όχι από τη νοσταλγία για το παρελθόν (ούτως ή άλλως η ζωή προχωρά), αλλά με την ασυδοσία.

Αυτοκίνητα παντού, παρκαρισμένα ή εν κινήσει, οι μπάρες στο κέντρο του χωριού πεζοδρομούν πολύ μικρό τμήμα και σχετικά λίγες ώρες, στις παραλίες γίνεται πανικός, τα πάρκινγκ κάτω στην πούντα δεν επαρκούν για τις ορδές Ελλήνων, Σκοπιανών, Βουλγάρων και Σέρβων. Παιχνιδομηχανές με φόντο την υπέροχη πέτρα Αθύτου, πινακίδες, στύλοι και άλλα εμπόδια παντού. Μελαγχολία για την κατάσταση, αλλά και για την παντελή έλλειψη αυτορύθμισης των ανθρώπων που επιχειρούν στο χωριό.

Πληροφορήθηκα ότι ήδη οι επαγγελματίες του χωριού κάνουν κίνηση για να σώσουν οτιδήποτε αν σώζεται. Έχουν, μάλιστα, χτυπήσει την πόρτα του Δημάρχου Κασσάνδρας. Δυστυχώς, όπως λένε και οι ντόπιοι, ο Καποδίστριας και ο Καλλικράτης, οι νόμοι για την αυτοδιοίκηση, έβλαψαν την Άφυτο. Το χωριό αυτό όπως και αρκετά άλλα ανά τη χώρα, που είχαν κατορθώσει ως το 2000 να διατηρούν μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, θα έπρεπε να είχαν εξαιρεθεί, να διατηρούσαν μια σωτήρια αυτονομία αντί να γίνουν έν’ απ’ όλα τα δημοτικά διαμερίσματα. Αλλά κι έτσι που έγινε, υπάρχει πάντα το βασανιστικό ερώτημα των απλού πολίτη: πως γίνεται οι καποδιστριακές και καλλικρατικές δημοτικές αρχές (δηλαδή των τελευταίων 18 ετών) να αμέλησαν και να άφησαν αυτό το διαμάντι της Χαλκιδικής στο έλεος του νεοελληνισμού; Γιατί δεν το προστάτεψαν; Γιατί δεν το «είδαν» ως κάτι ξεχωριστό μιας και ήταν κάτι ξεχωριστό. Γιατί δεν το αξιοποίησαν; Γιατί δεν προσπάθησαν να κρατήσουν οι ίδιοι τα γκέμια, να «διασώσουν» την Άφυτο και να την αναδείξουν με τον τρόπο που της αρμόζει;

Νομίζω ότι δεν απέχουμε πολύ από τη συγκρότηση κινήματος κατά του υπέρμετρου τουρισμού τύπου «Tourists Go Home!» -αν φυσικά η αγάπη για τον τόπο υπερκεράσει την προσδοκία του κέρδους. Όπως έχει ήδη συμβεί στη Βενετία, στη Βαρκελώνη (κίνημα «τουρισμοφοβίας») αλλά και σε άλλες περιοχές όπου «το πράγμα ξέφυγε». Αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα (όπως π.χ. απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων με μπάρες σε ένα ευρύ δίκτυο δρόμων στο κέντρο του χωριού, ενεργοποίηση δημοτικών πάρκινγκ περιφερειακά, καθαρισμός του κέντρου από εστίες οπτικού θορύβου κ.ά.) τότε φοβάμαι ότι σύντομα ο τουρισμός θα «πνίξει» το χωριό. Και μαζί και τους κατοίκους του.

Η Άφυτος παραμένει το πιο όμορφο χωριό του πρώτου ποδιού της Χαλκιδικής. Και είναι στο χέρι των ανθρώπων της να διατηρήσει αυτό το προνόμιο. Θα περιμένουμε με πραγματική αγωνία.

Προηγούμενο άρθροEuro 2004 | Ένας θρίαμβος που τον έχουμε πάντα ανάγκη…
Επόμενο άρθροΑντιγόνη: Τίποτα δεν είναι τυχαίο στο θέατρο!
Σπούδασα Νομικά, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη. Και διευθυντή το Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» την οποία διηύθυνα από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Τώρα, όλη η ψυχή για το thinkfree. Ούτως η άλλως, η μεγαλύτερη ατομική αντίσταση του ανθρώπου υπήρξε ανέκαθεν η ελεύθερη σκέψη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here