Ο ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

0
1249
coe-oxford-large
«Μερικές φορές μου λένε ότι τα βιβλία μου είναι προφητικά, ότι έχω περιγράψει μια κρίση που σήμερα κυριεύει όλη την Ευρώπη. Δεν με ευχαριστεί να βλέπω να επαληθεύεται η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων που έχω περιγράψει. ΄Οσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο πιο απαισιόδοξα νιώθω. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ζωή συνεχίζεται. (Τζόναθαν Κόου)

 

Γράφει η Τζένη Μανάκη / συγγραφέας

Προφανώς διαπιστώσαμε από το πλούσιο λογοτεχνικό έργο του γιατί ο Κόου είναι τόσο δημοφιλής και έξω από την Βρετανία. Τα θέματά του είναι πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι άπτονται των πολιτικοκοινωνικών προβλημάτων που αφορούν όλο σχεδόν τον δυτικό κόσμο. Ο ίδιος στα μυθιστορήματά του είναι διφορούμενος, θέτει με ειλικρίνεια προβληματισμούς και σημαντικές ερωτήσεις χωρίς να δίνει απαντήσεις, δημιουργεί σκεπτικισμό γύρω από πολλά καυτά ζητήματα της σύγχρονης ζωής, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των θεμάτων αυτών, σε αντίθεση με την αφάνταστη απλοϊκότητα με την οποία προβάλλονται από τα ΜΜΕ.

Εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις μέσα από τη λογοτεχνία, που παρέχει τη δυνατότητα να εκφράσει κανείς το ατομικό, σκέψεις-πάθη-περιπέτειες ηρώων, μέσα στο πολιτικό, το δημόσιο πλαίσιο. Και το κάνει αυτό με ενάργεια, χρησιμοποιώντας σαν εργαλεία έκφρασης το χιούμορ, τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, την καταβύθιση στον ψυχισμό και τα υπαρξιακά προβλήματα των ηρώων του, και ενίοτε το υπερβατικό στοιχείο.

«Όσο περισσότερο διαβάζουμε τόσο πιο ελεύθερα σκεφτόμαστε»

Να θυμηθούμε τα έργα του :

«ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΠΛΑΤΣΙΚΟ»1994

Περιγράφει ειρωνικά, και άλλοτε με θυμό ή λύπη, την πεποίθηση της Βρετανίδας »Σιδηράς Κυρίας», που με την πολιτική της και τον πόλεμο των Φώκλαντ προσπάθησε να ξαναδώσει την παλιά αίγλη στην πατρίδα της.

«ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ» 1997

Διερευνά τη δεκαετία του ’80 που δημιούργησε αυταπάτες, ψευδαισθήσεις , αναζητήσεις που διαψεύσθηκαν.

«Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΤΙΠΟΤΕΝΙΩΝ» 2001

Με διαφαινόμενο αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, περιγράφει την δεκαετία του ’70 όπου η Βρετανία αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον περιορισμό της επιρροής της στον έξω κόσμο.

«Ο ΚΛΕΙΣΤΟΣ ΚΥΚΛΟΣ» 2004

Δεκαετία του ’90 και πρωθυπουγία Τόνυ Μπλαίρ .Το δέσιμο της Βρετανίας στο άρμα των ΗΠΑ, η διάψευση των ονείρων των ηρώων της Λέσχης των τιποτένιων μετά μία εικοσαετία.

«ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ» 2007

Επικεντρώνεται στις ανθρώπινες σχέσεις, μία στροφή στο μέχρι τότε έργο του. Μία ιστορία γυναικών, για την παιδική ηλικία χωρίς αγάπη, για τη μοναξιά των γηρατειών.

«Ο ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΑΞΓΟΥΕΛ ΣΙΜ» 2010

Οι σχέσεις πατέρα -γιου, ο κόσμος των ανδρών, ανομολόγητες αλήθειες, σιωπές κι ο έρωτας ίσως μια κάποια λύση.

«EXPO 58» 2013

Όμορφα κορίτσια, σκοτεινοί κατάσκοποι και ένας αφελής Εγγλέζος σε σύγχυση στην ηπειρωτική Ευρώπη -Λονδίνο 1958.

Ο Τζόναθαν Κόου έρχεται στην πόλη μας, την Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ – Μητροπόλεως 92, να παρουσιάσει το νέο έργο του «ΑΡΙΘΜΟΣ 11»

 

«Αριθμός 11», Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη, Εκδόσεις Πόλις 2016

Το σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Τζόναθαν Κόου «Αριθμός 11» είναι ένας εμβριθής σατυρικός σχολιασμός της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της Βρετανίας όπου παρά την πάροδο πλέον της τριακονταετίας ο Θατσερισμός καλά κρατεί. Υπάρχει όμως αντίθετη γνώμη από την πλευρά των εχόντων που δεν ικανοποιούνται με τα απομεινάρια του.

Σύμφωνα με την άποψη της ακροδεξιάς φιλόδοξης δημοσιογράφου Τζοζεφίν Γουίνσο-΄Ιβς (αντιηρωίδας του Κόου) και των ομοίων της, τα αγαθά του Θατσερισμού είχαν χαθεί. Στο επίκεντρο της σκέψης της υπήρχε ένα κακόηθες άμορφο τέρας , που λεγόταν «φιλελεύθερο αριστερό καθεστώς», το οποίο ήταν αφιερωμένο στην αναδιανομή των πόρων από τούς άξιους στους ανάξιους και στην γενικότερη υπονόμευση όλων όσα ήταν σωστά και κατάλληλα για την βρετανική πολιτισμένη κοινωνία ».

Η επανάληψη του αριθμού 11 πιθανόν συμβολίζει τον αριθμό κατοικίας του Υπουργού Οικονομικών της Βρετανίας, η πολιτική του οποίου, ή όλων όσων πέρασαν από εκεί, επιδρά καταλυτικά στις ζωές των πολιτών, όπως των επιβατών του λεωφορείου αρ.11, της »τρελής γυναίκας με το πουλί »- κατοίκου του ίδιου αριθμού στο Άχρηστο Σοκάκι του Μπέβερλυ, και αυτών, της αριστοκρατικής οδού Τέρνγκριτ…

Ο Κόου, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του, σχολιάζει τον τρόπο της σκέψης, της ζωής και των συμπεριφορών ανθρώπων όλης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, τον εκφυλισμό των θεσμών, τον ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, («Μαύρη μονοπόδαρη λεσβία που παίρνει επίδομα; …… Μόνο για τους μουσουλμάνους ανησυχούν αυτό τον καιρό. Τύλιξε την αχυρένια σου γυναίκα με μπούρκα και έπειτα δώσ’ τους κάτι για να ανησυχούν») την πολιτική κωμωδία ως μέσο εφησυχασμού των πολιτών, («Ακούνε τους κωμικούς για να χαλαρώσουν και να ξεφύγουν από την αναγκαιότητα να σκεφθούν πολύ σοβαρά τα πράγματα.΄΄) το χιούμορ για τα τερτίπια των πολιτικών ( «το πολιτικό χιούμορ είναι το άκρως αντίθετο της πολιτικής δράσης «), («Κάθε φορά που γελάμε με τη δωροδοκία ενός διεφθαρμένου πολιτικού, με την απληστία ενός διαχειριστή αμοιβαίων κεφαλαίων, με τις κίβδηλες εκρήξεις ενός δεξιού αρθρογράφου, τους επιτρέπουμε να την γλυτώσουν»), την υποκρισία που υποκρύπτεται στις φιλανθρωπικές δραστηριότητες, («ο κοινωνικός αλτρουϊσμός του ανταμείφθηκε ») και τη συλλογική υπευθυνότητα για την ανοχή, με περισσότερη μελαγχολία και λιγότερη ειρωνεία σε σχέση με το έργο του, τού 1994: «Τι ωραίο Πλιάτσικο ».

Αυτή την ίδια μελαγχολία που αδρανοποιεί τα πλήθη των μαστιζόμενων από τις πολιτικές απόλυτης φτωχοποίησης των οικονομικά κατωτέρων τάξεων. Την μελαγχολία για την περιθωριοποίηση των αδύναμων, την υποτίμηση της παιδείας,

(«Η βρετανική εκπαίδευση είναι από τα ελάχιστα εναπομείναντα εθνικά αγαθά και είμαστε έτοιμοι να την πουλήσουμε στον πλουσιότερο αγοραστή’‘), μέσα και από τη συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, τη »νομισματοποίηση»τα ων πάντων, τη γενική μελαγχολία από τη μη ορατή πιθανότητα διεξόδου.

«Από επιχειρηματική άποψη, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως, αν η διευκόλυνση των πολέμων ήταν επικερδής, εξίσου επικερδής θα ήταν και η εκκαθάριση μετά το τέλος τους»

Ο μύθος του ξεκινά το 2003. Μας συστήνει, προφανώς όχι τυχαία, την Ρέιτσελ τη μέρα της αυτοκτονίας του Ντέιβιντ Κέλι, υψηλόβαθμου συμβούλου της βρετανικής κυβέρνησης για το οπλοστάσιο του Ιράκ, και μετά, την Ρέιτσελ μαζί με την ΄Αλισον γύρω στα εννιά τους χρόνια να βρίσκονται στο σπίτι των προγόνων της πρώτης, όπου για πρώτη φορά έρχονται αντιμέτωπες με τον φόβο και τον θάνατο.

Ο αφηγηματικός λόγος του Κόου, σαγηνευτικός, παρ΄ότι φλύαρος σε κάποια σημεία του βιβλίου, εστιάζει στον τρόπο αντιμετώπισης της ζωής από ανθρώπους παλιότερης γενιάς , στην οικογενειακή θαλπωρή, στην αγάπη ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, στην αγάπη για τη φύση, αλλά και σ’ ένα πρώτο δείγμα »των ανθρώπων που χάνονται ».  

Ο πολυπρόσωπος μύθος του διανθισμένος με μαύρο χιούμορ και σατυρική διάθεση, γίνεται ολοένα και πιο ενδιαφέρων καθώς προχωράει στην εμβάθυνση των χαρακτήρων, στην καταβύθιση στις μύχιες σκέψεις τους. στις πράξεις που αναιρούν τις πεποιθήσεις τους, στον αγώνα άλλων να επιζήσουν, όπως η Βαλ, η λευκή μητέρα της μαύρης μονοπόδαρης λεσβίας, Άλισον, και άλλων να ζουν με όλα τα αγαθά, (παρά την ανυπαρξία συναισθημάτων) πιο δυστυχισμένοι καθώς αυτά πληθαίνουν, γιατί δεν θέλουν να τα μοιραστούν με την Εφορία.

Η μητέρα της ΄Αλισον διαπομπεύεται από τους χρήστες του διαδικτύου καθώς παίρνει μέρος σ΄ένα φοβιστικό τηλεοπτικό παιχνίδι για ένα »αναντίστοιχο»της κακοποίησής της ποσό, ( νομισματοποιημένη και η κακοποίηση ) από μοχθηρούς, επιθετικούς, απογοητευμένους ανθρώπους που εκτονώνουν δηλητηριώδη συναισθήματα, καλυπτόμενοι από την ανωνυμία.

Η Ρέιτσελ φοιτά στην Οξφόρδη, προσκαλείται από την χήρα καθηγήτριά της, Λώρα, στην εξοχική της κατοικία. Για την Λώρα, «η στοργή είναι υπερεκτιμημένη αξία», προσπαθεί να μεγαλώσει τον γιο της με αδιαφορία ώστε να γίνει δυνατός και να μην έχει εμμονές κυρίως με το παρελθόν, όπως ο σύζυγός της .

Σε μία μετά χρόνια συνάντησή τους η Ρέιτσελ είναι περιστασιακή δασκάλα των παιδιών του πάμπλουτου λόρδου Γκαν και της λαίδης Μαντιάνα (πρώην μοντέλο από το Βουκουρέστι), ενώ η Λώρα εγκατέλειψε την Οξφόρδη για τον τίτλο της »καθηγήτριας Σύγχρονης Σκέψης»στο »Ινστιτούτο Αποτίμησης της Ποιότητας »,(επινόηση του σερ Χένρυ Γουίνσο, εμπνευστή της ιδιωτικοποίησης του Εθνικού Συστήματος Υγείας), με στόχο την έκφραση όλων των πραγμάτων με νομισματικούς όρους.

«Βλέπεις, μ΄αυτό τον τρόπο τουλάχιστον θα αναγνωρίσουν αυτά τα συναισθήματα.΄Εστω κι έτσι θα παραδεχθούν την ύπαρξή τους», λέει η Λώρα και μετά από σκέψη η Ρέιτσελ : »Αρχίζω να συνειδητοποιώ πως υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας, οι οποίοι εξωτερικά δείχνουν φυσιολογικοί, αλλά, όταν ξεκινάς να καταλαβαίνεις τι τους κινητοποιεί , βλέπεις πως δεν έχουν καμία σχέση μ΄εμάς τους υπόλοιπους. Είναι σαν ανθρωποειδή ή ζόμπι ή κάτι παρόμοιο…»

Το ζήτημα του Κόου είναι και πάλι η διαφορετική αντιμετώπιση του Συστήματος προς τους έχοντες και τους μη έχοντες. Έτσι η Άλισον τιμωρείται από το κράτος για φοροδιαφυγή μικροποσού σε αντίθεση με τους πάμπλουτους φοροφυγάδες εκατομμυρίων λιρών.

Το τέως μοντέλο και νυν λαίδη Γκάν αντιμετωπίζει την απόφοιτο της Οξφόρδης Ρέιτσελ, άλλοτε «μ’ ένα είδος περίεργου σεβασμού», και άλλοτε σαν υπηρέτρια , ενώ επαίρεται για την απόκτησή της ως δασκάλα των παιδιών της στην επίσης πάμπλουτη φίλη της. Η εξήγηση της Λώρα είναι : «Αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάτι εκτός αγοράς και ο μοναδικός τρόπος που μπορεί να αντιδράσει είναι να του βάλει μια τιμή».

Σε αντίθεση με την Μαντιάνα η «άτυχη» συμπατριώτισσά της Λίβυα απασχολείται με το να βγάζει τα σκυλιά των πάμπλουτων ανθρώπων για την καθημερινή τους βόλτα. Έξω από τα σπίτια τους αισθάνεται ακόμη και τον αέρα να γίνεται βαρύτερος από την αψιά μυρωδιά του χρήματος.

«Άλλες φορές νομίζω ότι, όπως ακριβώς ένας συγκεκριμένος διάσημος Ρουμάνος συνήθιζε να ρουφάει το αίμα από τις φλέβες των θυμάτων του, τώρα πια είναι το ίδιο το χρήμα αυτό που στραγγίζει τη ζωή από ετούτη την πόλη».

Η μελαγχολία μεταλλάσσεται σε νοσταλγία για τις αξίες του παρελθόντος, για την απλή ζωή της προθατσερικής εποχής, για την αγάπη στη φύση, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την φιλία, για όσους αισθάνονται ότι έχουν κάπου ν΄ ακουμπήσουν, ότι ανήκουν στην πατρίδα τους, στο σπίτι τους.

Η δυσαρέσκεια γίνεται θυμός για τους άλλους. Θα επέλθει »κάθαρση «με το υπερβατικό στοιχείο, (στοιχείο που παραπέμπει σε μαγικό ρεαλισμό ) που επινόησε ο συγγραφέας, με την μετατροπή της αγανάκτησης στον ίδιο τον θυμό, όσων δεν έχουν λύσεις;

Προηγούμενο άρθροΗ ΠΙΟ ΑΣΤΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΣΕΞ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ
Επόμενο άρθρο«Η ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ»: Η ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΚΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη στα ''βάθη'' του προηγούμενου αιώνα. Εργάστηκα ως συντάκτρια ύλης και μεταφράστρια σε εφημερίδα και στο Δημόσιο. Ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με πολιτιστικά θέματα και με την ευθύνη έκδοσης συνδικαλιστικής μηνιαίας εφημερίδας. Γνωρίζω Αγγλικά και Γαλλικά. Έχω παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Λος Άντζελες. Δημοσιεύω από ετών διηγήματα και κείμενα με αφορμές που με ευαισθητοποιούν. Το βιβλίο μου ''Μικρές και μεγάλες προδοσίες'' είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα. Αγαπάω τη ζωγραφική, με έργα μου πήρα μέρος σε ομαδικές εκθέσεις. Κάποια χρόνια ασχολήθηκα με την μόδα και κάποια με την διακόσμηση. Μ' αρέσουν οι αλλαγές. Με καταθλίβει το μονοσήμαντο, είμαι ένας αυτοσχέδιος άνθρωπος που δεν τα πήγε κι άσχημα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.