Κι έπειτα ήρθε ο κορονοϊός….

0
784


Κωνσταντίνος Δ. Γουσίδης, Εκδόσεις «Ταξιδευτής»

Οι επιστήμονες προειδοποιούσαν από τηδεκαετία του 1980 πως αργά ή γρήγορα ο πλανήτης θα βρισκόταν ενώπιον μιας πανδημίας μεγάλων διαστάσεων, ικανής να προκαλέσει εκατομμύρια ή δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς παγκοσμίως. Το βασικό ερώτημα είναι αν, με βάση τη γνώση αυτή, θα μπορούσαν να είχε γίνει κάτι για να αντιμετωπίσουμε καλύτερα μια πανδημία.
Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι έστω κι αν είναι γνωστό πως κάποια στιγμή θα έρθει μια πανδημία, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα συμβεί αυτό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν προστατευτικά μέτρα. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τους σεισμούς και με άλλες φυσικές καταστροφές και όμως λαμβάνονται ορισμένα μέτρα, π.χ. μέτρα αντισεισμικής προστασίας κατασκευών σε περιοχές που είναι γνωστό ότι κάθε τόσα χρόνια «γεννούν» ισχυρούς σεισμούς.
Υπό το πρίσμα αυτό, είναι αξιοσημείωτο πόσα ελάχιστα –τουλάχιστον σε σχέση με όσα θα μπορούσαν (επιπλέον) να γίνουν– έγιναν σε παγκόσμιο επίπεδο (όχι τόσο για να αποτραπεί η εμφάνισή της, μα) για να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά μια μεγάλη πανδημία. Κι είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο αν κάτσει κάποιος να σκεφτεί ότι η ραγδαία εξάπλωση μιας νόσου μπορεί να προκαλέσει ασύγκριτα μεγαλύτερο αριθμό θανάτων από κάθε φυσική καταστροφή (αλλά και από όλες τις φυσικές καταστροφές μαζί!) και ασύγκριτα μεγαλύτερες ζημιές στην οικονομία!
Πώς, όμως, μπορεί να αντιμετωπιστεί μια επικίνδυνη πανδημία, για την οποία δεν ξέρουμε πότε θα ξεσπάσει; Το βάρος για την όσο το δυνατόν καλύτερη «θωράκιση» του πληθυσμού πέφτει:
Α) Στην προληπτική λήψη μέτρων για την αποτροπή εκδήλωσης επιδημιών (π.χ. να συγκεντρωθούν όσο γίνεται πιο πολλές πληροφορίες για άγνωστους ιούς).
Β) Στην όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη διάγνωση κινδύνου έπειτα από το ξέσπασμα μιας ασθένειας σε κάποια περιοχή του πλανήτη και στην ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης με τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια.
Γ) Στη λήψη έγκαιρων και αποτελεσματικών μέτρων για την αποτροπή (ή, αν αυτό δεν μπορεί να καταστεί εφικτό, στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθυστέρηση) της εξάπλωσης της νόσου σε διάφορες περιοχές του πλανήτη.
Δ) Στις ικανότητες των κρατικών συστημάτων υγείας να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες απαιτήσεις όσον αφορά στην όσο το δυνατόν επαρκέστερη φροντίδα των ασθενών.
Τα ΜΜΕ και ο κορωνοϊός
Ο Κωνσταντίνος Δ. Γουσίδης γεννήθηκε το 1973 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία, Αρχαία Ιστορία καθώς και Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο «Ιωάννης Γουτεμβέργιος» στο Μάιντς της Γερμανίας.
Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης «Αγγελιοφόρος» και «Αγγελιοφόρος της Κυριακής» –όπου, μεταξύ άλλων, διετέλεσε επί σειρά ετών υπεύθυνος του τμήματος «Υγεία και Επιστήμη»– και εν συνεχεία ως αρχισυντάκτης σε διάφορες δημοσιογραφικές ιστοσελίδες της Βόρειας Ελλάδας.
Τον ρωτήσαμε για τον τρόπο με τον οποίο κατά τη γνώμη του καλύφθηκε η πανδημία από τα ΜΜΕ της χώρας μας:
“Η πληροφόρηση στην Ελλάδα πάσχει –σε γενικές γραμμές πάντα, γιατί υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις– σε όλα τα επίπεδα και αιτία είναι οι βασικές «ασθένειες» της δημοσιογραφίας στη χώρα μας: εξάρτηση των ΜΜΕ, έλλειψη δημοσιογραφικής παιδείας, απουσία επαρκούς προς το ζην πληρωμής (το πόσο ο ένας από τους τρεις αυτούς παράγοντες επηρεάζει τον άλλον, είναι μια ατέρμονη συζήτηση). Κατά συνέπεια, η κάλυψη της πανδημίας δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, και πολύ περισσότερο από τη στιγμή που για το εν λόγω αντικείμενο είναι απαραίτητες –σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με άλλους τομείς– και στοιχειώδεις γνώσεις περί του αντικειμένου. Όλοι αυτοί οι παράγοντες δημιούργησαν ένα «άσχημο» μείγμα, που είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφώνει ένας ουδέτερος αδαής μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το τι συμβαίνει στη χώρα μας, σε σχέση με κάποιον άλλον που παρακολουθούσε ΜΜΕ διαφορετικής πολιτικής προτίμησης. Αυτό σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «επιτυχία» της ελληνικής δημοσιογραφίας! Από την άλλη, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να γίνει καλύτερη δουλειά σε οποιαδήποτε χώρα, της οποίας η δημοσιογραφία πάσχει από τις ίδιες, προαναφερόμενες «ασθένειες». Κατά συνέπεια, το όποιο πρόβλημα δεν έχει τόσο να κάνει με τη δημοσιογραφική κάλυψη αυτή καθ’ αυτή της πανδημίας, αλλά με τα προβλήματα που ταλαιπωρούν την ελληνική δημοσιογραφία στο σύνολό της τις τελευταίες δεκαετίες…” επισημαίνει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.