ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ του Ηλία Κοντοζαμάνη (i Write)

0
3049

Απόσπασμα

…Και μες στην κοσμοχαλασιά και την οχλαγοή, κόσμος πολύς μαζεύτηκε κοντά στο Παλάτι των Βραχερνών. Γύρισα να δω τι γίνεται. «Ο αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος!» φώναξε κάποιος. Ο αυτοκράτορας, με πολεμική στολή και περικεφαλαία ανέβηκε με γρήγορες δρασκελιές στο ψηλότερο τείχος. Ήθελε να ρίξει μια τελευταία ματιά στην Πόλη του. Η θωριά του αγέρωχη, βασιλική. Το ’ξερε πως δεν ήταν γραφτό του να γεράσει. Η ψυχή του φούσκωνε, ήθελε να ονειρευτεί. Μέσα του σαν ν’ άκουγε ένα τραγούδι με λόγια εμβατήρια, σαν να τραγουδούσαν τα βουνά, οι κάμποι, η νύχτα, το φεγγάρι τη χιλιόχρονη αυτοκρατορία, το λαμπρότερο στολίδι του κόσμου. Την Πόλη, τη θεοφύλακτη, τη βασιλεύουσα, το καύχημα των ζώντων «υπό την του ήλιου ανατολή», ήταν γραφτό να τη χάσει αυτός! Ο Κωνσταντίνος, ο γιος της Ελένης. Τι τραγική ειρωνεία! Κωνσταντίνος γιος της Ελένης ήταν κι αυτός που την έκτισε. Σταγόνες δροσιάς από την υγρασία της νύχτας αυλάκωναν το μέτωπό του κι ανακατεύονταν με τον ιδρώτα της αγωνίας κι έμοιαζαν με δάκρυα προσευχής απ’ τα βάθη της καρδιάς του.

Η πρωινή αμφιλύκη γαλαζώνει τον ορίζοντα. Ένας πετεινός λαλεί πέρα μακριά, μετά ένας άλλος και σύγκαιρα όλα τα σκυλιά της Πόλης, σαν από μυστική συνεννόηση, αλυχτώντας επίμονα γέμισαν το πρωινό αυτό με τρόμο κι αγωνία, σαν κάτι φοβερό να πρόκειται να συμβεί. Μ’ ένα άγριο ξεφωνητό οι γενίτσαροι έτρεχαν κιόλας στην κορυφή του μεγάλου τείχους. Οι πρώτοι είχαν χιμήξει. Με τις χατζάρες σηκωμένες καρφώνουν τους πολιορκημένους και ό,τι βρίσκουν στο διάβα τους. Τα πρώτα κορμιά σαγιτοχτυπημένα κυλίστηκαν από τα τείχη κι έπεσαν στο χώμα. Οι υπερασπιστές της Πόλης, που για μια στιγμή πίστεψαν πως θα νικήσουν, τώρα χωνεύτηκαν κι εξαφανίστηκαν στον κοσμοχαλασμό, κι όσοι έμειναν ζωντανοί έτρεχαν δώθε κείθε αλαφιασμένοι ξεφωνίζοντας σπαραχτικά, λουσμένοι στο αίμα. Τότε θρήνος μεγάλος, κλαυθμός και οδυρμός σηκώθηκε στην Πόλη, σύρθηκε στους δρόμους, στα στενοσόκακα και τ’ αδιέξοδα, μπήκε απ’ τις χαραμάδες στα παλάτια, στις εκκλησιές, στ’ αρχοντικά, στα χαμόσπιτα κι η φρίκη πέρσεψε[1] και η απελπισία έσβησε κάθε νικηφόρα αχτίδα.

Τα πρώτα κόκκινα μπαϊράκια στήθηκαν κιόλας στα τείχη. Και τότε μια κραυγή αντήχησε, στριγκιά, που θα μείνει ανεξίτηλη στους αιώνες, μια κραυγή που άλλαξε την ιστορία του κόσμου και θα σήμαινε το τέλος της αυτοκρατορίας κι ενός φωτεινού πολιτισμού. «Εάλω η Πόλις».

Μέσα στην Αγία Σοφία, το επίγειο ενδιαίτημα της του Θεού Σοφίας, το δεύτερο στερέωμα, το καύχημα του Ιουστινιανού, το κόσμημα της οικουμένης, το ανεκτίμητο πετράδι της ορθόδοξης πίστης, το μέγα μοναστήρι με τα τετρακόσια σήμαντρα και τις εξήντα δυο καμπάνες, που λατρεύτηκε, τραγουδήθηκε και θρηνήθηκε όσο τίποτ’ άλλο από ολόκληρο το γένος, η Παναγιά ξέσπασε σε λυγμούς για το χαμό της Πόλης Της. Την παραστέκουν οι Αρχάγγελοι και τα εξαπτέρυγα και την παρηγορούνε: «Σώπασε Κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζεις. Η Πόλη Σου δεν χάθηκε, δικιά Σου θα ’ναι πάντα. Τι κι αν θωρεί, τι κι αν πατεί, κι άλλος εξουσιάζει, την Πόλη την Εξακουστή, την Πόλη τη Μεγάλη». Έφυγαν από τις σημαίες και τα λάβαρα τ’ αητόπουλα τα δικέφαλα πήραν το θρήνο και τον έκαναν τραγούδι, εμβατήριο, παιάνα και πέταξαν πάνω από κάμπους, ρουμάνια, θάλασσες, στεριές, χωριά και πολιτείες, τ’ άκουσαν οι παπάδες, οι δάσκαλοι και το ’λεγαν στα κρυφά σχολειά, οι μανάδες στα παιδιά τους κι οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Κι απλώθηκε σ’ όλο το γένος ο θρύλος για το μαρμαρωμένο βασιλιά, την κόκκινη μηλιά, τα μισοτηγανισμένα ψάρια του καλόγερου στο Μπαλουκλί, τον Άγγελο που έμεινε μέσα στην Αγιά Σοφιά, και το κράτησε ξάγρυπνο μέσα στο Μεγάλο Ύπνο, μέχρι να σημάνει ο Μέγας Όρθρος και να ’ρθει «η λευτεριά σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι της νύχτας το ξημέρωμα να φέρει». «Το κρυφό σχολειό» Ιωάννης Πολέμης.

Σήμερα, σ’ αυτή την Πόλη, που όπως λέει ο Μ. Καραγάτσης, «Είναι η σιωπηλή κραυγή μιας ζωής, μιας εποποιίας και μιας τραγωδίας, που σφράγισε ανεξίτηλα τα πεπρωμένα των λαών και των εποχών», φωλιάζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και στέκει εκεί αγέρωχο παρά τα τραύματά του, φωτεινός φάρος μεσοπέλαγα, λύχνος που φωτίζει όλους τους εν οικουμένη ορθοδόξους, με το φως της Τρισηλίου Θεότητας, για να πορευτούν στα δύσβατα μονοπάτια των καιρών.

Βλαχέρνα λένε μια Ρωμιά

που βγαίνει το βραδάκι,

με μαύρο κεφαλόδεσμο

και με κρυφό σαράκι.

Και σεργιανάει το Μαρμαρά,

το Πέρα και την Πόλη,

απ’ την κορφή του σαραγιού

για να τη βλέπουν όλοι.

 

Μεριέμ ανά και Παναγιά

κι Αγία μου Βλαχέρνα,

το δάκρυ σου σαν αγιασμό

σ’ εχθρούς και φίλους κέρνα.

 

Από τον πρώτο τον καιρό

κι αυτό το ξέρουν όλοι,

όσα κλειδιά και ν’ άλλαξε,

δικιά σου είναι η Πόλη.

Θωμάς Κοροβίνης

Προσευχή, από το cd «Τακίμια»

 

[1]. Περίσσεψε.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.