ΒΑΣΑΝΑΚΙ, ΒΑΣΑΝΑΚΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΓΕΡΑΣΕ…

0
844

laiki agora

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΑΝΕΙΚΑ Γράφει η Άντζελα Ζιούτη / συγγραφέας / [email protected]

Ο κύριος Γιώργος Κόντος δεν ξυπνάει πρωί. Στο σχολείο τον φώναζαν κοντό. Εμ, όχι και κοντός κοτζάμ μπόι. Το ηλεκτρονικό ρολόι χτυπάει από συνήθεια στις έξι και τριάντα. Αυτός όμως το απενεργοποιεί και συνεχίζει τον βαθύ ύπνο. Εδώ κι ένα μήνα είναι συνταξιούχος. Για κάποιους όνειρο μιας ζωής. Για τον ίδιο μια ζωή με όνειρα. Να φύγει από το μικρό χωριό του λίγο έξω από την Αρχαία Πέλλα, να έρθει στη Θεσσαλονίκη για μια καλύτερη τύχη.

Σιδηρουργός στο επάγγελμα, τα χέρια του “πιάνανε”. Στην αρχή δούλεψε τσιράκι στα δεκαέξι δίπλα σε έναν σιδερά, μετά σε μια εταιρεία με αλουμίνια κουφώματα και έφτασε να γίνει πρώτος μηχανικός σε καπνομάγαζο. Μετά να παντρέψει τις κόρες του, να κανακεύει με δικά του παραμύθια την πρώτη εγγονή του.

Σήμερα είναι Τετάρτη.  Μια συννεφιασμένη μέρα. Ο κύριος Γιώργος πηγαίνει στη λαϊκή για τις προμήθειες της εβδομάδας. Περνάει πρώτα από τα ζαρζαβατικά. Ο μαϊντανός απαραίτητος σε όλα τα μαγειρευτά φαγητά. Κολοκυθάκια, μελιτζάνες και πράσινες πιπεριές. “Πάρτε, πάρτε για το τουρλού” φώναζε ο αξύριστος μανάβης από τον μπάγκο. “Και οι πολιτικοί μας … τουρλού μας τα κάνανε” είπε κατόπιν χασκογελώντας.  Μετά πάει στα ψαρικά. Μουρμούρες, χταπόδια και κουτσουμούρες, θράψαλα, μύδια συσκευασμένα και φέτα ξιφία. “Ένα ψαρονέφρι, παρακαλώ” είπε μετά από λίγο μια γιαγιά γύρω στα ογδόντα που έσερνε τα πόδια της με το πι. “Γιαγιά, εδώ πουλάμε ψάρια” της είπε με σπαστά ελληνικά ένας αλλοδαπός που φορούσε ποδιά και πλαστικά γάντια. “Κι εγώ ψάρι δε ζήτησα, νεαρέ;” πρόσθεσε η γιαγιά φανερά ενοχλημένη. Ο κύριος Γιώργος έπνιξε το γέλιο του και πετάχτηκε παρακάτω στα αυγά και στα κοτόπουλα.

Τα ηχεία από την καντίνα παίζανε δυνατά “Βασανάκι, βασανάκι η ζωή μας γέρασε…” του Κουγιουμτζή. Υπάρχουν άνθρωποι στη λαϊκή που η ζωή τους είναι πράγματι βάσανο. Υπάρχουν οικογενειάρχες που είδαν τους μισθούς τους να κουτσουρεύονται, φοιτητές που κάνουν δουλειές του ποδαριού και άνεργοι που έχασαν έτσι ξαφνικά τη δουλειά τους που λίγο πριν το κλείσιμο περιμένουν υπομονετικά για να μαζέψουν ότι πέταξαν οι παραγωγοί από τους πάγκους τους. Το σκηνικό μυρίζει φτώχεια και εξαθλίωση στη χώρα που γεννήθηκε ο πολιτισμός και η φιλοσοφία πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Η Ελλάδα στις λαϊκές αγορές… αναστενάζει.

Πολλοί μάλιστα λίγα λεπτά πριν κλείσουν οι πάγκοι διαπραγματεύονται να αγοράσουν ότι έχει απομείνει για λίγα ευρώ, ενώ κάποιοι άλλοι μαζεύουν ακόμα και από τα παραγκωνισμένα καφάσια, φρούτα και λαχανικά, που πετάνε οι παραγωγοί στο τέλος της ημέρας. Άλλοι πάλι, δεν έχουν άλλη επιλογή από το καταφύγουν ακόμα και σε κάδους.

Τα σύννεφα φύγανε και μετά από λίγο βγήκε ο ήλιος. Ο κύριος Γιώργος έβαλε τα σκούρα γυαλιά ρέιμπαν και τράβηξε για το σπίτι. Τα μαλλιά του είναι από καιρό πια γκρίζα. Στα νιάτα του έμοιαζε με ζεν πρεμιέ του κινηματογράφου, αλλά τώρα θυμίζει όλο και πιο πολύ τον Αρμάνι. Το απόγευμα θα έρθει ξανά η εφτάχρονη εγγονή του. Απόψε δε θα της πει όμως άλλο ένα δικό του παραμύθι. Αφού σίγουρα θα έχει λυπημένο τέλος.

Προηγούμενο άρθροΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΣΙΠΡΑΣ
Επόμενο άρθροΟΙ ΜΠΛΕ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ
Γεννήθηκα το Φεβρουάριο του ’68 στη Θεσσαλονίκη. Η μαμά λέει ότι εκείνη τη μέρα, χιόνιζε πολύ. Η συγκοινωνία είχε σταματήσει και το ολόλευκο αστικό τοπίο διακόπτονταν από τις βαθιές πατημασιές των περαστικών. Στην ίδια πόλη μερικά χρόνια μετά σπούδασα οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Από τα οικονομικά όμως αγάπησα πιο πολύ την ποίηση. Τον Λειβαδίτη, τον Καρούζο, τον Πρεβέρ. Γιατί η επιστήμη σε μαθαίνει πως να κουμαντάρεις τα λεφτά. Ενώ η ποίηση πως να κουμαντάρεις τη ψυχή. Το 1999 εκδόθηκε η συλλογή μου «Ο Θεός κατοικεί σε ουρανοξύστη, 31 ποιήματα της πόλης» από τον Παρατηρητή. Λίγο αργότερα το 2003 κυκλοφόρησε από τα Ελληνικά Γράμματα «Η Αρχιτεκτονική των σιωπηλών ημερών». Το πρώτο μου μυθιστόρημα εκδόθηκε από τη Φερενίκη το 2009 με τον τίτλο «Ο ήλιος στο πάτωμα». Προφητικός τίτλος για μια χώρα που κατρακύλησε κατόπιν στο ναδίρ. Αρθρογραφούσα στην Karfitsa και τώρα στο Thinkfree. Ευτυχώς που η σκέψη δεν είναι Μερσεντές να κατασχεθεί. Γιατί εδώ σκεφτόμαστε ακόμη. Ελεύθερα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.