Μ. Ξεξάκης: «Η ποίηση είναι μια συνωμοσία…»

0
558

Συνέντευξη στην Τέσυ Μπάιλα

 

Από την ποίηση στην πεζογραφία. Είναι οι τέχνες συγκοινωνούντα δοχεία ή χρειάζεται ένα μεγάλο άλμα από την ποίηση προς την πεζογραφία και το αντίστροφο; 

Το υλικό καθορίζει κάθε φορά τη φόρμα. Το ποίημα γίνεται με λέξεις που πολεμούν για να κρατήσουν τα σύνορά τους. Δεν επιτρέπουν ανάμεσά τους άλλες. Στο πεζογράφημα αφήνουν κενά, μπορούμε να «φορτώσουμε» ανάμεσά τους κι άλλες λέξεις, κι άλλα γεγονότα, να κάνουμε ένα μεγάλο μωσαϊκό. Και δεν χρειάζεται άλμα για να πας από την ποίηση στην πεζογραφία, αλλά πολλή δουλειά. Μην ξεχνάτε ότι η ποίηση είναι μια συνωμοσία στην οποία συμμετέχεις ή όχι. Κάποιοι δεν την καταλαβαίνουν καθόλου. Δεν κάνεις καριέρα(αυτή την απαίσια φιλοδοξία) με ποιήματα. Έχεις ανάγκη να τα γράψεις.

Έχετε πει ότι στην ποίηση όλα αρχίζουν με μια καλή ιδέα, ένα δώρο που νιώθεις την ανάγκη να μορφοποιήσεις. Ισχύει το ίδιο και για την πεζογραφία; Ποια ήταν η πρωταρχική ιδέα που μορφοποίησε το έργο σας «Το θέατρο της οικουμένης»; 

Όχι, στην πεζογραφία είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Θέλει υπομονετικό χαμάλη που του φορτώνουν στην πλάτη το ένα μετά το άλλο σακιά. Στην πεζογραφία πας με τη βασική ιδέα που διδάσκουν στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής: «τι θα γίνει αν οι ήρωες μου κάνουν αυτό ή αν κάνουν το άλλο». Διαλέγεις από τις ιδέες που έχεις και εύχεσαι στο κομπολόι που φτιάχνεις να κυλάνε οι χάντρες.

«Η λογοτεχνία έχει αξία ως αγγείο των μυστηρίων του ανθρώπου, που αποφάσισε πως πρέπει να ζούμε σε κοινωνίες»

Πως ξεκίνησα εγώ.  Όταν ερευνούσα μεγάλες στιγμές της Σκέψης έπεσα πάνω σε έννοιες που, επειδή έχουμε προσδιορίσει τη χρήση και τη χρησιμότητά τους, πάψαμε να ασχολούμαστε με αυτές: την ιδέα των ψυχών, την κατασκοπεία και τον προδομένο έρωτα. Με αυτά δούλεψα. Το θέμα ψυχές το ξεκίνησα από το απόσπασμα της Οδύσσειας στο οποίο ο Ερμής κατεβάζει τον Οδυσσέα στον Άδη, τον περνά από το ρέμα του Ωκεανού, τον Άσπρο Βράχο, ώσπου φτάνουν στον Δήμο των Ονείρων και στον Ασφοδελό Λειμώνα όπου περιδιαβάζουν οι ψυχές, τα είδωλα των νεκρών.

Στο «θέατρο της οικουμένης» αναφέρονται πρόσωπα που έχουν διακριθεί σε διάφορους τομείς αλλά και απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή τους;

Η ιστορία σου σε οδηγεί στα πρόσωπα. Ξεκινάς με όσα η εμπειρία σου σε βεβαιώνει ότι τα ξέρεις καλά και προχωρείς. Ας πούμε εγώ είχα ταυτιστεί με τον βασικό ήρωα, τον Βασίλη Ευαγγελίδη, και για καιρό δεν μπορούσα να τελειώσω το βιβλίο διότι ασυνείδητα δεν ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου. Α ναι, τον έβαλα πανύψηλο, άνθρωπο των ειδικών δυνάμεων στο στρατό, ψύχραιμο, επειδή δεν είμαι τίποτα από αυτά. Θα ήθελα όμως.

Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί «Το θέατρο της οικουμένης»; Ο χρόνος της δημιουργίας ενός έργου τι αφήνει στον ίδιο τον δημιουργό κατά το πέρασμά του;

«Το θέατρο της οικουμένης» το έγραφα τα τελευταία 12 χρόνια, με 5άωρη δουλειά σχεδόν κάθε μέρα, είναι μυθιστόρημα που θα εκδοθεί σε 3 τόμους των 370 σελίδων ο καθένας. Φιλοδοξεί να μας διασκεδάσει και να μας συγκινήσει με ιστορίες απλών ανθρώπων που συμπλέκονται οι ζωές τους, αλλά συμπλέκονται και με μεγάλες στιγμές της Ιστορίας, των επιστημών, των τεχνών και της Σκέψης. Με την ιστορία της Χάρτας του Ρήγα και τα οράματά του για τον Ελληνισμό, με τις βραχονησίδες του Αιγαίου, που οι Τούρκοι θεωρούν γκρίζες ζώνες, τον πόλεμο του 1940, που αφηγείται ένας παππούς, την ιστορία των ανακαλύψεων του Ανδρόνικου στη Βεργίνα, το Μακεδονικό, την Βενετοκρατία στην Κρήτη, έργα σε μεγάλα μουσεία της Βιέννης, ταξίδια στο Άγιον Όρος, στην Πράγα, στο Ρέθυμνο, στην Κοζάνη. Κάποια μαθηματικά και Φυσική μπαίνουν στο βιβλίο. Όσο για τον χρόνο της δημιουργίας ενός έργου, δεν μπορείς να τον κρίνεις γιατί είναι ο χρόνος και το περιεχόμενο της ζωής σου. Είσαι εσύ.

Σε πόσο χρόνο θα έχει ολοκληρωθεί και εκδοτικά το έργο αυτό;

Σε κάποιους μήνες. Μετά τα Χριστούγεννα θα εκδοθεί ο δεύτερος τόμος. Εγώ έχω παραδώσει στον εκδότη και τους τρεις τόμους.

Πώς βλέπετε τον σημερινό λογοτεχνικό χάρτη της χώρας;

Η Ιστορία μας και η γλώσσα μας είναι τριών χιλιετιών, αλλά είμαστε λίγοι. Μόνο τα αριστουργήματά μας ξεπερνούν τα σύνορα. Εννοώ την κλασική αρχαία ελληνική σκέψη και δραματουργία, και από τους νεότερους τον Σεφέρη, τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Καζαντζάκη, τον Σαμαράκη και μερικούς ακόμη. Από τους πολύ νεότερους, κάποιοι που εκδίδονται έξω, δεν πουλάνε. Και με ενδιαφέρει να το ψάξω. Τι δεν κάνουμε καλά; Γιατί δεν μας προτιμούν;

Πώς άρχισε η δική σας πορεία στα γράμματα;

Από θαυμασμό. Με μάγευαν από παιδί οι λέξεις και οι αριθμοί, και πιο πολύ η Σκέψη όταν δουλεύει με αυτά. Ο Σολωμός ήταν το πρώτο σοκ. Όχι ο εθνικός μας ύμνος, αλλά οι σκόρπιοι στίχοι των έργων που δεν μπόρεσε να τελειώσει. Να μην ξεχάσω και τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος», που ήταν βέβαια το υπόδειγμα για να δουλέψω με «οικονομημένη» πεζογραφία: ακριβή, λιτή, ατσαλένια.

Πόσο επηρέασαν το έργο σας οι αναγνωστικές σας αναφορές;

Πολύ. Τον μισό χρόνο γράφεις και τον άλλο μισό διαβάζεις. Οι γνώσεις είναι ωκεανός. Ξέρω λίγα. Και δυστυχώς ο άνθρωπος έχει ημερομηνία λήξεως. Ας πω ονόματα σκόρπια: Έλιοτ, Σαίξπηρ, Ιούλιος Βερν, Καζαντζάκης, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Ελύτης, Μάρκες, ο Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ, ο Σεφέρης, ο Αϊνστάιν διότι η Σχετικότητά του είναι ποίημα, ο Φάινμαν επίσης, η «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας» του Λέσκυ, η «Φιλοσοφική γραμματική» του Βιτγκενστάιν, η πανεπιστημιακή Φυσική του Hugh D. Young βάρους 5 κιλών, που τη διαβάζω και μετά γράφω ποιήματα κ.α.

Στις σύγχρονες κοινωνίες της βαρβαρότητας που ζούμε πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τις συνειδήσεις και συνεπώς τη μοίρα μας;

Όχι. Όπως είπα στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΙΑΝΟ: Τόση επιστήμη, τόση κλασική παιδεία και δεν μετακίνησαν ούτε χιλιοστό την προσήλωσή μας στην άγρια χαρά του αίματος, στο χορό των σπαθιών πάνω σε πίστα που είναι φτιαγμένη από κόκαλα ανθρώπων.

Πιστεύετε στην κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας;

Η λογοτεχνία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κοινωνικούς αγώνες, αλλά αν φτιάχνεται γι’ αυτούς συνήθως είναι αποτυχημένη. Η λογοτεχνία όμως έχει αξία ως αγγείο των μυστηρίων του ανθρώπου, που αποφάσισε πως πρέπει να ζούμε σε κοινωνίες.

 

Ο Μανόλης Ξεξάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο Κρήτης. Το 1966 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγητής φροντιστηρίου, ως διευθυντής ραδιοφωνίας της ΕΡΤ-2 Θεσσαλονίκης και ως συνεργάτης διαφημιστικής εταιρίας. Από το 1982 έως το 1987 παρουσίαζε την εκπομπή «Ο κόσμος του βιβλίου» στη ραδιοφωνία της ΕΡΤ-2. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1971 και υπήρξε στενός συνεργάτης του περιοδικού «Το τραμ». Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά. Κυκλοφορούν τα βιβλία του : «Ο θάνατος του ιππικού» (αφηγήματα, 1977), «Ασκήσεις μαθηματικών» (ποιήματα, 1980), «Πλόες ερωτικοί» (ποιήματα, 1980), «Κάτοπτρα μελαγχολικού λόγου» (ποιήματα, 1987), «Πού κούκος, πού άνεμος» (μυθιστόρημα,1987), «Σονάτα κομπολογιών» (διηγήματα και μικρά πεζά, 2000). Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιανός ο Α΄ τόμος του τρίτομου έργου του με τίτλο: «Το θέατρο της Οικουμένης».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.