Δ. ΓΚΟΥΝΤΑΡΟΥΛΗΣ: «Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΟΥ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, ΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ»

0
3112

gountaroulis1Συνέντευξη στη Στεφανία Τσολάκη

Όταν πρόκειται να πάρεις συνέντευξη από έναν σπουδαίο  Έλληνα μουσικό, του κλασικού ρεπερτορίου, ο βαθμός δυσκολίας αυξάνεται. Αρχικά, γιατί θεωρούμε ότι οι ερωτήσεις θα πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένες και στην συνέχεια ότι οι άνθρωποι της κλασικής μουσικής είναι κάπως «αποστειρωμένοι». Θα μου επιτρέψετε να ανατρέψω αυτήν την άποψη με τη συνέντευξη που ακολουθεί, φυσικά,  είναι τόσα πολλά αυτά για τα οποία μιλήσαμε που είναι αδύνατον να χωρέσουν σε μια γραπτή συνέντευξη. Πολίτης του κόσμου, ο Δήμος Γκουνταρούλης έχει ζήσει για παραπάνω από 20 χρόνια εκτός Ελλάδος, (Παρίσι, Βραζιλία), έχει δώσει κονσέρτα στα πιο απίθανα μέρη και πλέον επέλεξε να ζει στην Θεσσαλονίκη.

Κύριε Γκουνταρούλη ποια είναι τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν –κατά τη γνώμη σας- έναν μεγάλο σολίστα;

Όταν  ακούω ή όταν βλέπω έναν μεγάλο μουσικό, κάποιον που θαυμάζω, που  παίζει και  σε μαγνητίζει ή σε βάζει μέσα σε αυτόν τον μαγικό χώρο που δημιουργείται  εκείνη τη στιγμή, αυτό που με αγγίζει είναι η ιδιαιτερότητα του. Το πόσο διαφορετικός και προσωπικός είναι, πόσο αληθινά βγάζει  ψυχή. Ο μεγάλος μουσικός, για εμένα, δεν είναι  αυτός που παίζει πολύ καλά το όργανό του και είναι βιρτουόζος, αλλά το πόσο αληθινός και ολόκληρος είναι σε αυτό που κάνει, πόσο ταπεινός είναι, με πιο τεχνικούς όρους, τι ηχόχρωμα βγάζει.

Έχετε λάβει εξαιρετικές διακρίσεις στο εξωτερικό, παρόλα αυτά η βαθύτερη ανάγκη ενός καλλιτέχνη μπορεί να είναι η παραδοχή και η αγάπη  του τόπου του;

Είναι πολύ όμορφο και γλυκό για έναν καλλιτέχνη να έχει κάποιου είδους αποδοχή και αναγνώριση  της δουλειάς του ή του να φτάνει η τέχνη του και να αγγίζει τις ψυχές των ανθρώπων -και ακόμα περισσότερο του τόπου του, της οικογένειας του, των ανθρώπων του -όχι τόσο για τη δόξα, γιατί είναι κάτι πολύ επικίνδυνο και πολύ αντίθετο με την εσωτερική και πνευματική κατάσταση που θα έπρεπε να ζει κάποιος.

Παρατηρούμε ότι το κοινό που παρακολουθεί κονσέρτα, πρόκειται συνήθως για ένα «καλλιεργημένο» κοινό, μιας συγκεκριμένης οικονομικής επιφάνειας. Ως μουσικός θα σας ενδιέφερε αυτός ο κύκλος να μεγαλώσει;

Από τη μια, -είναι ιδεολογικό- δεν θα ήθελα να είναι έτσι γιατί η μουσική είναι για όλον τον κόσμο, από την άλλη τα τριάντα χρόνια που ζω σαν μουσικός και  παίζω κονσέρτα ανά τον κόσμο, πάρα πολλές φορές έπαιξα για οποιουδήποτε είδους κοινό μπορείτε να φανταστείτε. Κοινό το οποίο μπορεί να ήταν σε μια κωμόπολη στην επαρχία της Βραζιλίας, σε μια μεγάλη αίθουσα Ευρωπαϊκή ή σε ένα χωριό στην Τυνησία. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η μουσική όταν είναι πηγαία, καλή εκεί δεν υπάρχουν πια είδη μουσικής, κλασσική ή μη κλασσική. Εάν, ο εκτελεστής που κάνει τη μουσική να ζει, την βγάζει από μέσα του και είναι αληθινός, το κοινό δε χρειάζεται να έχει ιδιαίτερες γνώσεις για να το δεχτεί αυτό και να το νιώσει.

gountaroulis2

Μουσική κρίση ή κρίση της κλασικής  μουσικής. Έχει βιώσει η κλασσική μουσική κρίση;

Εξαρτάται ποιο κομμάτι της κλασσικής μουσικής εννοούμε, αν εννοούμε του Pavarotti – που εμένα δεν με ενδιαφέρει – δεν περνάει καθόλου κρίση, αν εννοείται αυτή του Yo-yo Ma επίσης δεν περνάει κρίση. Αν όμως μιλάμε για αυτή του Γιώργου Δεμερτζή, του Τάσου Πάππα, του  Λεωνίδα Καβάκου, Σίμου Παπάνα, των ανθρώπων που κάνουν σοβαρή δουλειά, αυτή  πάντα είναι σε κρίση. Ο μουσικός που αφιερώνεται στην τέχνη, αφοσιώνεται σε αυτό που κάνει ψυχή τε και σώματι και αντί να τον ενδιαφέρει η εμπορικότητα του εμβαθύνει και τον αφορά το πόσο “αληθινός” είναι, ζει πάντα σε κρίση. Όχι κάποιες φορές, πάντα!

Κλασική μουσική και jazz… Η πρώτη βασίζεται, θα μπορούσαμε να πούμε, σε νόρμες. Η δεύτερη έχει ίσως έναν πιο «ρουμπάτο»  τρόπο προσέγγισης, τι σας κάνει να αγαπάτε και να ξεχωρίζεται αυτά τα δυο είδη μουσικής;

Φυσικά,  στην κλασική  μουσική αντίθετα με τη λαϊκή ή την jazz ή τον αυτοσχεδιασμό, η μουσική είναι γραμμένη, οπότε ουσιαστικά ακούμε πάντα το ίδιο κομμάτι. Δεν θα υπήρχε όμως κανένα νόημα στην ιστορία της κλασσικής μουσικής και της εκτέλεσης του μουσικού που παίζει, αν ο μουσικός   δεν προτείνει κάτι καινούργιο. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι να ξαναπαίζουνε τα ίδια έργα, γιατί εγώ να παίξω τις σουίτες του Μπαχ  για βιολοντσέλο σόλο,  αν η εκτέλεση μου δεν είναι προσωπική και δεν προτείνει κάτι διαφορετικό; Η κλασσική μουσική έχει αυτό το εκλεπτυσμένο κομμάτι που είναι το εξής, ενώ δεν αυτοσχεδιάζει ο μουσικός όπως στην jazz -άρα δεν είναι καινούργιες οι νότες-  η εκτέλεση όμως, ο τρόπος  που ο μουσικός μιλάει, αποδίδει ξανά εκείνο το γραμμένο κομμάτι,  είναι τόσο διαφορετικός όσο είναι διαφορετικοί οι άνθρωποι μεταξύ τους.  Εν μέρει πιστεύω πως δεν έχουν καμία διαφορά, η μουσική είναι μια γλώσσα και όταν την μιλάς και την αποδίδεις και στέλνεις το μήνυμα που θέλεις να δώσεις, έχει την ίδια αξία. Υπάρχουν βέβαια στυλιστικές, αισθητικές, ιστορικές διαφορές.

 Ο Charles Mingus ήταν η αφορμή να αγαπήσετε τη  jazz μουσική;  

Ο Charles Mingus ήταν ένας από τους ήρωες μου, ένας από τους αγίους μουσικούς της προσωπικής μου   ιστορίας, ένας άνθρωπος τόσο έντονος, ένας εκπληκτικός μουσικός, ήταν από τις πρώτες μου επιρροές στη μουσική και φυσικά στη jazz. Όταν κάποια στιγμή στα 18 μου έφυγα στο Παρίσι, ενώ μου άρεσε η κλασσική μουσική και το ρεπερτόριο και αγαπούσα αυτό που έκανα, σαν ανήσυχος και επαναστατημένος  νέος που ήμουνα , άρχισα να ακούω  διαφορετικές μουσικές, άκουγα όμως και  πάρα πολύ jazz. Με σαγήνευε η ελευθερία, ο αυτοσχεδιασμός, η αισθητική αυτή. Ξέρετε και για την τεχνική του οργάνου (βιολοντσέλο) είναι μια μουσική πάρα πολύ προχωρημένη και εκλεπτυσμένη και αυτό αποτελούσε μια πρόκληση για μένα. Για κάποια χρόνια  αφιερώθηκα στη jazz, η οποία μου έμαθε άλλα πράγματα, μια ολόκληρη άλλη αισθητική, μια διαφορετική στάση, έναν διαφορετικό τρόπο να ζεις  τη μουσική, πώς να είσαι στο πάλκο με όλη αυτή την ελευθερία και τη φυσικότητα  που έχουν οι λαϊκές μουσικές. Εξακολουθώ, λοιπόν, να αγαπώ και τις δυο αυτές μουσικές με τον ίδιο τρόπο αλλά για ξεχωριστούς λόγους.

Ο Δήμος Γκουνταρούλης και ο Θεόδωρος Κίτσος θα παρουσιάσουν μουσικές συνθέσεις του πρώτου μισού του 18ου αιώνα για βιολοντσέλο και μπάσο κοντίνουο, υπό το φως των κεριών. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας θα ακουστούν μπαρόκ σονάτες σε ελάσσονες, κυρίως, τονικότητες, με δραματικό, θρηνητικό ή μελαγχολικό χαρακτήρα. Ο Δήμος Γκουνταρούλης θα παίξει μπαρόκ βιολοντσέλο και ο Θεόδωρος Κίτσος θεόρβη, μπαρόκ κιθάρα και μαντολίνο.
27 Απριλίου    21:00  (ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΡΙΑΔΗΣ Μ2) Τιμές εισιτηρίων: 12€, 8€ (μαθητικό – φοιτητικό – κάρτα ανεργίας)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.