Δ. ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ: «ΔΙΝΟΥΜΕ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΚΙ ΑΥΤΑ ΜΑΣ ΔΙΝΟΥΝ ΝΕΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ»

0
2934

mystakidisΣυνέντευξη στη Στεφανία Τσολάκη

Για τους φίλους  του «Μήτσος», για τους μαθητές του «δάσκαλος», ο Δημήτρης Μυστακίδης δεν είναι μόνο ένας δεξιοτέχνης της λαϊκής κιθάρας, αλλά ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης με βαθιά γνώση και υψηλή αισθητική άποψη περί της τέχνης του. Με αφορμή την κυκλοφορία του καινούριου του CD με τίτλο «Εσπεράντο» μου μίλησε για την καλλιτεχνική του πορεία, τη διδασκαλία και τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν την ξεχωριστή προσωπικότητα του. Ο Δημήτρης Μυστακίδης είναι φορέας μια μακρόχρονης λαϊκής μουσικής παράδοσης την οποία εμπλουτίζει διαρκώς με την πολύπλευρη συστηματική γνώση του. Ηχογραφήσεις, συγγραφή και ατελείωτες ώρες «πτήσης» στο πατάρι είναι μόνο μερικά χαρακτηριστικά της πολυσχιδούς δραστηριότητάς του.

Απολαύστε τον!

Πως ήρθατε σε επαφή με την κιθάρα, ποια ήταν τα πρώτα ερεθίσματα;  Κιθάρα υπήρχε στο σπίτι που μεγάλωσα- χωρίς να παίζει κανείς-  γιατί την είχα ζητήσει εγώ. Στεκόταν για πολλά χρόνια έτσι. Στο δημοτικό, ένας  δάσκαλος μας έβαζε και  παίζαμε παραδοσιακά τραγούδια με  μελόντικες και φλογέρες αλλά εγώ ό,τι  έπαιζα εκεί προσπαθούσα να το παίξω και στην κιθάρα. Κάποια στιγμή είπα στον δάσκαλο, να φέρω να τα παίξω στην κιθάρα, δέχτηκε και αυτό ήταν η αρχή. Το ’80 ήταν η δεύτερη αναβίωση του ρεμπέτικου, παιζόταν στην τηλεόραση το «Μινόρε της αυγής», επίσης στον Εύοσμο που μεγάλωσα παρέες συμμετείχαν σε πολλά πολιτιστικά δρώμενα. Μπήκα, λοιπόν, σε αυτές τις ομάδες και στην ουσία από εκεί ξεκίνησα να μαθαίνω.

Ποιους θεωρείται δασκάλους σας, στη μουσική; Αν μπορούσα να πω ότι κάποιος ήταν δάσκαλος μου, θα ήταν όλα αυτά τα παιδιά που παίζαμε παρέα! Μέσα από τη συνύπαρξη με άλλους μουσικούς, έμαθα να παίζω.

Μιλήστε μας για την εμπειρία σας ως δάσκαλος κιθάρας και την επαφή σας με τα νέα παιδιά; Όσο συνυπάρχεις με νέους ανθρώπους σου δίνουν ενέργεια, επίσης σε «αναγκάζουν» να είσαι μέσα στα πράγματα, με την έννοια, ότι όλη η πληροφορία που έρχεται από τους νέους ανθρώπους και ειδικά από τους μουσικούς, που  την ψάχνουν πολύ, είναι πολύ οργανωμένη. Εμείς, λοιπόν, δίνουμε την εμπειρία και τα παιδιά, μας δίνουν νέα ερεθίσματα.

Ενώ αποτελείτε φορέα της προφορικής μουσικής παράδοσης, συνάμα είσαστε και υπέρ της επίσημης μουσικής παιδείας…  Τώρα πια η πληροφορία υπάρχει, στη δική μου εποχή αν θέλαμε να διαβάσουμε  ένα βιβλίο για τους  λαϊκούς δρόμους, δεν υπήρχε τίποτα, δεν υπήρχε βιβλιογραφία, ούτε παραπομπές. Μέσω της διδασκαλίας σιγά- σιγά οργανώνεις όλο το υλικό. Είναι πολύ εύκολο για κάποιον τώρα να αντλήσει πληροφορίες και να μάθει μουσική, αυτό που είναι πιο δύσκολο και  για το οποίο προσπαθούμε πια, είναι το να αναπτύξει ο  νέος μουσικός, την αισθητική πάνω στο αντικείμενο. Γιατί το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι πολλές φορές η τεχνική υπερβαίνει την τέχνη.

Ποια είναι η σχέση της Ελληνικής λαϊκής μουσικής και των Ανατολικών μουσικών παραδόσεων; Όλοι οι λαοί της Ανατολικής Μεσογείου, έχουν αλληλοεπηρεαστεί. Αυτή η ανάγκη στην Ελλάδα να τα ορίζουμε όλα ως Αρχαιοελληνικά και Βυζαντινά, για εμένα δεν ισχύει καθόλου. Είναι μια μουσική, η οποία έχει διαμορφωθεί από την συνύπαρξη πάρα πολλών λαών  σε αυτό εδώ το  «σταυροδρόμι»  που λέγεται Ελλάδα και μάλιστα και το ρεμπέτικο είναι ένα από  αυτά, γιατί  δημιουργήθηκε από την συνύπαρξη  Ανατολής και Δύσης στον ίδιο χώρο. Όλες οι κλίμακες που χρησιμοποιούμε, οι μελωδίες δηλαδή είναι επηρεασμένες από Ανατολικά, αλλά η εναρμόνιση – αυτό που κάνουμε εμείς με τις κιθάρες- είναι της Δύσης φαινόμενο. Η σχέση, λοιπόν, είναι αδελφική.

Είσαστε αρκετά χρόνια καθηγητής του τμήματος λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής του Τ.Ε.Ι  Ηπείρου. Πως εντάσσεται η διδασκαλία ενός λαϊκού οργάνου, όπως η λαϊκή κιθάρα, σε ένα τριτοβάθμιο ίδρυμα; 

Οι άνθρωποι που έστησαν το τμήμα στην Άρτα, είχαν σαν όραμα την συνύπαρξη λαϊκών μουσικών με μεγάλη εμπειρία μαζί με ακαδημαϊκούς που είχαν σχέση με όλα τα αντικείμενα που σχετίζονται με την μουσική. Κοινωνιολόγους, ιστορικούς, μουσικολόγους κ.ά. Αυτό λειτούργησε πολύ καλά. Στην ουσία έδωσε σε εμάς τους λαϊκούς μουσικούς την δυνατότητα να λειτουργήσουμε μέσα σε ένα ακαδημαϊκό πλαίσιο και να οργανώσουμε την εμπειρία αλλά και την γνώση μας μέσα σ αυτό το πλαίσιο, ώστε να είναι λειτουργικό. Σε αυτό το πλαίσιο οργάνωσα και εγώ την διδασκαλία της λαϊκής κιθάρας. Ανάλυση ρεπερτορίου, καταγραφές τεχνικών και δόμηση ενός προγράμματος σπουδών με βάση τις πραγματικές δυνατότητες μάθησης που έχει ένας μέσος άνθρωπος που θέλει να μάθει ένα όργανο σε υψηλό επίπεδο.

«Πριγκιπέσσα» ένα ιστορικό  στέκι της Θεσσαλονίκης, άπειρες μουσικές συνευρέσεις, θυμόσαστε κάποια «δυνατή» στιγμή από εκείνη την περίοδο; Την  Πριγκιπέσσα την ξεκινήσαμε περίπου το 2006. Το σκεπτικό για εμένα ήταν πολύ απλό, ήθελα να κάνω ένα μαγαζί  που θα μου άρεσε να πηγαίνω σαν πελάτης. Νομίζω ότι το καταφέραμε, προτείναμε δηλαδή πράγματα που δεν είχαν άλλον χώρο να  παίξουν στη Θεσσαλονίκη. Εδραιώθηκε και  το μαγαζί με το σταθερό του πρόγραμμα, με τα ρεμπέτικα που παίζαμε , που πολλές φορές δεν ήταν και τόσο γνωστά, παίζαμε με ακουστικό ήχο, μόνο με μικρόφωνα… καυγάδες πολλοί για την φασαρία. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία επιβίωσε και έγινε όντως στέκι και ελπίζω να συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό. Ζήσαμε πολλές όμορφες στιγμές στην Πριγκιπέσσα, θυμάμαι  την πρώτη χρονιά που ανοίξαμε είχε έρθει ο Σωκράτης Σινόπουλος να παίξει και  σε ένα μαγαζί ασφυκτικά γεμάτο δεν ακουγόταν άχνα, ήταν από τις βραδιές που είπα αξίζει τον κόπο αυτό που κάνω, γιατί αυτό το μαγαζί έγινε με πολύ κόπο.

Η δισκογραφία σήμερα… Η δισκογραφία στη Θεσσαλονίκη πάντα ήταν περιορισμένη, αν το προσεγγίσουμε τοπικά, δεν είχε ποτέ την παραγωγή που είχε η Αθήνα, τώρα πια δεν υπάρχει καθόλου. Πλέον,  οι δισκογραφικές παραγωγές  γίνονται από τους μουσικούς, τους  καλλιτέχνες που θέλουν να  προωθήσουν τη δική τους δουλειά. Κανείς δεν περιμένει να βγάλει χρήματα από αυτό και να σου πω την αλήθεια είναι πιο υγιές σε σχέση με αυτό που συνέβαινε πριν. Από την άλλη, δυσκολεύει πολύ τους νέους ανθρώπους  για αυτόν τον λόγο αν έχω κάποια στιγμή τη δυνατότητα, αυτό που θα ήθελα να κάνω είναι δισκογραφικές παραγωγές για νέα παιδιά που αξίζουν.

Εσπεράντο. Από τον τίτλο καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για ένα πολυσυλλεκτικό έργο, όσον αφορά τα κομμάτια και τους ερμηνευτές. Πως  έγινε η επιλογή των τραγουδιών και οι αντιστοίχιση τους με τις φωνές;

Το πρώτο κριτήριο ήταν χρονικό. Ήθελα να είναι μεταπολεμικά τραγούδια για να συμπληρώσω το ήδη υπάρχον δικό μου, δισκογραφημένο ρεπερτόριο. Μετά,  ήταν ο ρυθμός αλλά και το πόσο τα κομμάτια προσφέρονταν για ενορχηστρώσεις που θα αναδείκνυαν τις τεχνικές της λαϊκής κιθάρας. Το επόμενο κριτήριο ήταν το κατά πόσο ταίριαζαν οι τραγουδιστές που είχα κατά νου με τα κομμάτια και τέλος υπάρχουν και κάποια τραγούδια που υπήρχε συναισθηματικό φορτίο και επελέγησαν. Οι ερμηνευτές επιλέχθηκαν με βάση την δική μου αντίληψη για το πώς θα μπορούσαν να ερμηνευτούν τα κομμάτια, έτσι ώστε,  να αναδειχθεί ο βασικός συμβολισμός του δίσκου. Ο κοινός τόπος και η κοινή γλώσσα. Από εκεί προέκυψε και ο τίτλος. Εσπεράντο.

O Δημήτρης Μυστακίδης, θα παρουσιάσει τον νέο του δίσκο στο κοινό της  Θεσσαλονίκης, με τη σύμπραξη των φίλων και συνοδοιπόρων του στο «Εσπεράντο», Δήμητρας Γαλάνη, Ελένης Τσαλιγοπούλου, Ματούλας Ζαμάνη, Χρήστου Μαστέλου και Κωστή Αβυσσινού, σε ένα live όπου πρωταγωνίστρια θα είναι η λαϊκή κιθάρα.
Σάββατο 14 Μαΐου
Χώρος: Block 33, 26ης Οκτωβρίου 33
Έναρξη: Οι πόρτες ανοίγουν στις 21.30
Τηλέφωνο κρατήσεων: 2310 533533
Τιμές εισιτηρίων: 8 και 10 ευρώ
Προπώληση: Σάρωθρον, Public, Ianos, Stereodisc, Tickethouse, Καφέ Διώροφο, viva.gr και vivawallet

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.