O tempora o mores! (B’, Κανάρης)

0
572

Γράφει ο Αντώνης Κωνσταντινίδης*

   Είναι αλήθεια ότι η καθημερινότητά μας κατά την εποχή του Μνημονίου έχει αλλάξει σε διάφορα επίπεδα. Την καθημερινή αγωνία της ατομικής βιοτικής μέριμνας, διαδέχεται η αβεβαιότητα για την τύχη της πατρίδας μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ενώ πολλές άλλες διαπιστώσεις, απορίες και ερωτήματα κοινής λογικής, εξακολουθούν να μη βρίσκουν κατ’ ανάγκη επαρκείς ή εξίσου λογικές εξηγήσεις ή και απαντήσεις.

    Καθώς παρακολουθούμε τον κοινωνικό ιστό να αποσυντίθεται πλέον βιαίως, και  η επίτευξη της οικονομικής «ορθοδοξίας» να έχει γίνει ο προσχηματικός  αυτοσκοπός των κυβερνώντων, οι οποίοι συλλογικά είναι συνυπεύθυνοι γι’ αυτήν την ιστορική κατάντια του λαού μας, παρατηρούμε ότι από αυτήν την προσπάθεια, εξακολουθεί να απουσιάζει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Η δύναμη του παραδείγματος.

    Έτσι, ενώ τα συνήθη υποζύγια του κρατικού προϋπολογισμού οι μισθοσυντήρητοι και οι συνταξιούχοι σέρνουν ουσιαστικά την αιματηρή προσπάθεια της μακροοικονομικής εξυγίανσης, έχοντας περάσει ήδη πολλοί απ’ αυτούς το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, υπάρχουν οι «εκλεκτοί» που εξακολουθούν να παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτοι.

    Δανείζομαι  ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα από μία ιστορική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδος για να τεκμηριώσω για ακόμη μια φορά τον τίτλο του παρόντος σημειώματος.

    Ο Κωνσταντίνος Κανάρης δεν υπήρξε μόνο ο θρυλικός πυρπολητής του Αγώνα της Ανεξαρτησίας αλλά και πολιτικός ο οποίος αναδείχθηκε εις τας δυσμάς του βίου του σ’ ένα ιδιαίτερα σεβαστό πρόσωπο με πανελλήνια ακτινοβολία.

    Όταν το 1861 του προσφέρθηκε τιμητική σύνταξη 1000 δραχμών της εποχής, ο σεμνός αγωνιστής απάντησε χαρακτηριστικά μη αποδεχόμενος την υλική αυτή τιμή:

    «Και  άλλοτε, οσάκις μου  εγένοντο τοιαύται προτάσεις υπό υπουργών, απήντησα με την αυτήν γλώσσαν… δεν μπορώ να δεχτώ, από το σημερινό σύστημα ακόμη και την πιο πλατιά και κολακευτική ικανοποίηση, διότι θα δινόταν η ιδέα του ατομικού συμφέροντος

    Ποιά  θα μπορούσε να είναι η σύγκριση με την σημερινή εποχή όπου το νόμιμο ανάγεται αξιωματικά και σε ηθικό  σύμφωνα με ανεκδιήγητο πρώην  υπουργό; Και που μπορούμε να συναντήσουμε ζωντανό ένα παρόμοιο παράδειγμα προς μίμηση από τις χειμαζόμενες οικονομικά λαϊκές μάζες;

    Σίγουρα όχι σ’ όλους αυτούς οι οποίοι μπορούν και καταδέχονται να συνταξιοδοτούνται ως τέως εργαζόμενοι από τον εργασιακό τους φορέα, ως τέως βουλευτές από το Κοινοβούλιο και παράλληλα να μισθοδοτούνται και ως διορισμένοι κομματικοί κομισάριοι δημόσιων φορέων. Και βέβαια, σίγουρα όχι από όλους εκείνους οι οποίοι μπορούν να διεκδικούν τις κατά τ’ άλλα νόμιμες αναδρομικές αυξήσεις των ήδη παχυλών βουλευτικών τους συντάξεών, μη σεβόμενοι το κοινό αίσθημα. «Αιδώς Αργείοι της πλατείας Συντάγματος»…

*Μουσικοκριτικός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.