«Όχι …του Τσέχωφ» παράσταση με ελεύθερη είσοδο

1
1088

Άφθονο γέλιο, ακραίες καταστάσεις και έρωτα περιλαμβάνει η πέμπτη παραγωγή της Ερασιτεχνικής Θεατρικής Ομάδας «ΠρόβαΤαΜεσάνυχτα». Από το Σάββατο 1 Φεβρουαρίου στο GREY STUDIO το κοινό έχει την ευκαιρία να απολαύσει το έργο της Τίτις Καραμανλή, σε σκηνοθεσία Βούλας Γεωργιάδου. Έξι πρόσωπα σε μια μαύρη κωμωδία με πολλές ανατροπές!

Η παράσταση

Η ιστορία του έργου διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή πόλη που την συγκλονίζει ένας φόνος. Τρεις αδερφές, δύο ξαδέρφες και μια γειτόνισσα, ένα αφρικάνικο μαχαίρι, μπόλικο ανθόνερο και οι εργασίες ευθυγράμμισης της Πίζας. Μια μαύρη κωμωδία γεμάτη ανατροπές, πάθος, έρωτα και δίψα για εκδίκηση. Μια ιστορία ασυνήθιστης τρέλας, που ακροβατεί ανισορροπώντας ανάμεσα στη λογική και τη φαντασία. Χαρακτήρες της διπλανής πόρτας γύρω από ένα γαϊτανάκι εξηγήσεων και παρεξηγήσεων, προδοσίας και αιώνιας πίστης. Αλήθεια… εσείς πόσους κουραμπιέδες φάγατε σήμερα;

ΠρόβαΤαΜεσάνυχτα

Η ομάδα «ΠρόβαTα Μεσάνυχτα» διάλεξε το δρόμο του θεάτρου για να εξωτερικεύσει και να μοιραστεί τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του σύγχρονου ανθρώπου χρησιμοποιώντας όλες τις αποχρώσεις του κωμικού, από την λεπτή ειρωνεία ως τη φάρσα. Δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2007 από εννιά γυναίκες με μεράκι και αγάπη για το θέατρο. Χαρακτηριστικό της ομάδας είναι ότι τα έργα που ανεβάζει έχουν γραφτεί κυρίως  από τα μέλη της και έχουν προκύψει από αυτοσχεδιασμούς και πολύωρες συζητήσεις. Η τεχνική που χρησιμοποιείται για τη συγγραφή των έργων είναι η τεχνική του devised theatre.

Τα έργα που έχει παρουσιάσει

2008 – «Ομήρου Ομηρεία»/ Συγγραφέας – Πρόβα τα Μεσάνυχτα/Σκηνοθεσία – Βούλα Γεωργιάδου

2010 – « Το μωρό της Ροουζ…μαρή!»/ Συγγραφέας – Πρόβα τα Μεσάνυχτα/Σκηνοθεσία – Βούλα Γεωργιάδου

2012 – « Η εκδίκηση του καταψύκτη» / Συγγραφέας – Χαρούλα Αποστολίδου/Σκηνοθεσία – Βούλα Γεωργιάδου

2017 – «Σκηνοθυσίες» / Συγγραφέας – Πρόβα τα Μεσάνυχτα/Σκηνοθεσία – Βούλα Γεωργιάδου

2020 – «Όχι… του Τσέχωφ!»/ Συγγραφέας – Τίτι Καραμανλή/Σκηνοθεσία – Βούλα Γεωργιάδου

 

Συντελεστές

Κείμενο: Τίτι Καραμανλή

Σκηνοθεσία: Βούλα Γεωργιάδου

Σκηνικά- Κοστούμια: Χριστίνα Κοντελίδου

Μουσική: Μάριος Αποστολακούλης

Φωτισμοί: Χρήστος Τζιμούρτης

Φωτογράφιση παραγωγής: Ζωή Δαλάινα

Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Ειρήνη Στεργίδου, Μαρία Μαλάμη, Λίβια Χλίνκοβα, Αναστασία Τάτση, Γιώτα Παπαδοπούλου

 

Πληροφορίες

Χώρος: 11 GREY STUDIO: creator’s lab (Ιασωνίδου 11)

Πρεμιέρα: Σάββατο 1η Φεβρουαρίου

Ώρα έναρξης: 21.00

Παραστάσεις: Σάββατο 1, 8, 15 και 22 Φεβρουαρίου στις 21.00 και Κυριακή 2, 9, 16 και 23 Φεβρουαρίου στις 20.00

Είσοδος Ελεύθερη.

Φροντίστε για την έγκαιρη κράτηση θέσεων στο τηλ.: 6945114925

Προηγούμενο άρθροΑστεράκι μου Το πρώτο παιδικό βιβλίο που μιλά για το Ολοκαύτωμα
Επόμενο άρθροJojo Rabbit
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Άντον Τσέχωφ: Νύχτα Χριστουγέννων

    Η νέα γυναίκα (Ναταλία Σεργκέγεβνα), είκοσι τριών χρονών, με πρόσωπο απίστευτα χλομό, στεκόταν στην άκρη της θάλασσας και κοιτούσε τον ορίζοντα. Κάτω από τα μικροκαμωμένα πόδια της με τα βελουτέ μποτάκια, μια ετοιμόρροπη σκάλα, με μια ετοιμόρροπη κουπαστή, οδηγούσε στο νερό.

    Κοιτούσε πέρα μακριά, όπου έχασκε ο ορίζοντας, σκεπασμένος από βαθύ, αδιαπέραστο σκοτάδι. Δε φαίνονταν ούτε αστέρια, ούτε θάλασσα καλυμμένη με πάγο, ούτε φώτα. Έβρεχε δυνατά…

    «Τι να είναι άραγε εκεί κάτω;» σκεφτόταν η γυναίκα κοιτάζοντας μακριά, προφυλαγμένη από τον αέρα και τη βροχή με μια μουσκεμένη κοντή γούνα και ένα σάλι.

    Κάπου εκεί, σ’ αυτό το αδιαπέραστο σκοτάδι, πέντε, δέκα ή και περισσότερα βέρστια μακριά, θα πρέπει να βρίσκεται την ώρα αυτή ο άντρας της, ο γαιοκτήμονας Λιτβίνοφ με τα αλιευτικά του. Αν η χιονοθύελλα των τελευταίων δύο ημερών στη θάλασσα δε σκέπασε με χιόνι τον Λιτβίνοφ και τους ψαράδες του, τώρα θα πρέπει να κατευθύνονται προς την ξηρά. Η θάλασσα φούσκωσε και σύντομα θ’ αρχίσει να σπάει τους πάγους καταπώς λένε. Οι πάγοι δεν μπορούν να αντέξουν τον άνεμο αυτό. Θα προλάβουν άραγε τα αλιευτικά έλκηθρά τους, βαριά και δυσκίνητα, να φτάσουν στην ξηρά προτού η κατάχλομη γυναίκα ν’ ακούσει το μουγκρητό της θάλασσας που ξυπνάει;

    Ήθελε να κατέβει, οπωσδήποτε. Η κουπαστή μετακινήθηκε κάτω από το χέρι της, και βρεμένη, γλιτσιασμένη, της ξέφυγε σαν ψάρι. Αναγκάστηκε να καθίσει και να δοκιμάσει να την κατεβεί στα τέσσερα, κρατημένη γερά από τα παγωμένα βρόμικα σκαλοπάτια. Φύσηξε ο αέρας και άνοιξε τη γούνα της. Το στέρνο της μύριζε ξινίλα.

    ……….

    «Είναι όμως ζωντανοί, Ντενισάκο;» ρώτησε η Ναταλία Σεργκέγεβνα με τρεμάμενη φωνή.

    «Ποιος να ξέρει, αρχόντισσα! Αν χθες, τρίτη μέρα τώρα, δεν τους πήρε η χιονοθύελλα, θα πρέπει να είναι ζωντανοί. Κι αν η θάλασσα δε σπάσει, τότε και πάλι θα είναι ζωντανοί. Δε βλέπεις όμως τι αέρας κι αυτός!»

    «Κάποιος περπατάει στον πάγο!» είπε ξάφνου η νεαρή γυναίκα, με αφύσικα βραχνή φωνή, πισωπατώντας, σαν να φοβήθηκε.

    Ο Ντενίς μισόκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε.

    «Όχι, αρχόντισσα, κανένας δεν έρχεται», είπε. «Ο χαζός ο Πέτκα κάθεται στη βάρκα και κουνάει τα κουπιά. Πετράκη!» φώναξε ο Ντενίς. «Κάθεσαι;»

    «Κάθομαι, παππού!» ακούστηκε μια αδύναμη, άρρωστη φωνή.

    «Πονάς;»

    «Πονάω, παππού! Δεν έχω πια δυνάμεις!».

    Στην ακτή, εκεί που άρχιζε ο πάγος, υπήρχε μια βάρκα. Στη βάρκα, στον πάτο της, καθόταν ένας ψηλός νεαρός με αδιανόητα μακριά πόδια και χέρια. Ήταν ο χαζο-Πετράκης. Με σφιγμένα τα δόντια και τρέμοντας ολόκληρος, κοιτούσε το μαύρο κενό, πασχίζοντας κι αυτός να διακρίνει κάτι. Κάτι περίμενε κι αυτός από τη θάλασσα. Τα μακριά χέρια του κρατιόντουσαν από τα κουπιά, ενώ το αριστερό του πόδι ήταν διπλωμένο κάτω από το σώμα του.

    «Πονάει ο χαζούλης μας!» είπε ο Ντενίς πλησιάζοντας τη βάρκα. «Το πόδι του πονάει, του άμοιρου. Κι έχασε το μυαλό του από τον πόνο. Κι εσύ, βρε Πετράκη, καλύτερα να πήγαινες στη ζεστασιά! Εδώ θα κρυώσεις χειρότερα…».

    Ο Πετράκης σιωπούσε. Έτρεμε και μόρφαζε από τον πόνο. Του πονούσε ο αριστερός γοφός, το πίσω μέρος του, ακριβώς στο σημείο που περνούσε το νεύρο.

    ……….

    Ο παππούς αφουγκράστηκε προσεχτικά. Τη φορά αυτή άκουσε ένα βουητό, που δεν έμοιαζε με του ανέμου ούτε με το θρόισμα των δέντρων. Ο χαζούλης είχε δίκιο. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι ο Λιτβίνοφ και οι ψαράδες του δε θα επέστρεφαν στη στεριά να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.

    «Ναι, βέβαια!» είπε ο Ντενίς. «Σπάει!»

    Η γριά ούρλιαξε και σωριάστηκε κάτω. Η αρχόντισσα, μούσκεμα και τρέμοντας από το κρύο, πλησίασε τη βάρκα κι έστησε αυτί. Τώρα άκουσε κι αυτή την απαίσια βουή.

    «Μπορεί να είναι ο άνεμος!» είπε. «Ντενίς, είσαι σίγουρος ότι σπάει ο πάγος;»

    ……….

    Όχι μακριά από την ακτή, ακούστηκε το πρώτο φαρμακερό τρίξιμο. Σύντομα ακολούθησε και δεύτερο και τρίτο κι ο αέρας κατακλύστηκε από έναν τρομαχτικό τριγμό. Η λευκή, ατέλειωτη επιφάνεια κυμάτισε και σκοτείνιασε. Το τέρας ξύπνησε και άρχισε την ταραγμένη ζωή του.

    Το βουητό του ανέμου, ο θόρυβος του δάσους, τα βογκητά του Πετράκη και ο ήχος της καμπάνας, όλα πνίγηκαν στο μουγκρητό της θάλασσας.

    ……….

    Η αρχόντισσα έσπρωξε με το χέρι της τον Ντενίς και σηκώνοντας ψηλά το κεφάλι πήγε προς τη σκάλα. Δεν ήταν πια τόσο θανάσιμα χλομή. Φαινόταν όμορφη, στα μάγουλά της παιχνίδιζε ένα υγιέστατο κόκκινο χρώμα, σαν να είχαν μεταγγίσει στον οργανισμό της φρέσκο αίμα. Τα μάτια της δεν έμοιαζαν πια κλαμένα, και τα χέρια που συγκρατούσαν στο στήθος το σάλι της δεν έτρεμαν, όπως πριν, και τώρα γινόταν ακόμα πιο όμορφη… Τώρα, καταλάβαινε κι η ίδια ότι μόνη της, χωρίς βοήθεια από άλλους, θα μπορούσε να ανέβει την ψηλή σκάλα…

    Φτάνοντας στο τρίτο σκαλί, σταμάτησε σαν κεραυνοβολημένη. Μπροστά της στεκόταν ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας με ψηλές μπότες και κοντή γούνα…

    «Εγώ είμαι, Νατάσα… Μη φοβάσαι!» είπε ο άντρας.

    Η Ναταλία Σεργκέγεβνα παραπάτησε. Στον ψηλό προβάτινο σκούφο, στα μαύρα μουστάκια και τα μαύρα μαλλιά αναγνώρισε τον άντρα της, τον τσιφλικά Λιτβίνοφ. Ο άντρας τη σήκωσε στα χέρια και τη φίλησε στο μάγουλο, καλύπτοντάς την ταυτόχρονα με μια μυρουδιά από κρασί και κονιάκ. Ήταν ελαφρώς μεθυσμένος.

    «Να χαίρεσαι, Νατάσα!» είπε. «Δε χάθηκα κάτω από το χιόνι και δεν πνίγηκα. Την ώρα της χιονοθύελλας, εγώ και οι ψαράδες μου φτάσαμε ως το Ταγκανρόκ, απ’ όπου και ήρθα, σε σένα… και ήρθα…»

    Ψεύδιζε, κι εκείνη, κατάχλομη πάλι και τρέμοντας, τον κοιτούσε με κατάπληκτα, τρομαγμένα μάτια. Δεν πίστευε…

    «Πώς μούσκεψες έτσι, πώς τρέμεις!» μουρμούρισε εκείνος σφίγγοντάς την πάνω του…

    Στο μεθυσμένο από ευτυχία κι από ποτό πρόσωπό του απλώθηκε ένα απαλό, παιδικά γλυκό χαμόγελο… Τον περίμενε μέσα σ’ αυτό το κρύο, μέσα στη νύχτα, μ’ αυτό τον άθλιο καιρό! Αγάπη δεν είναι αυτό; Γέλασε από ευτυχία…

    Μια διαπεραστική κραυγή, που σου ξέσκιζε την ψυχή, ήρθε ως απάντηση στο ευτυχισμένο γέλιο του, και ούτε το μουγκρητό της θάλασσας, ούτε ο δυνατός άνεμος ήταν σε θέση να τη σκεπάσουν. Με πρόσωπο παραμορφωμένο από απόγνωση, η νεαρή γυναίκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το ουρλιαχτό που ξεπετάχτηκε από μέσα της. Εκείνη η κραυγή τα έλεγε όλα: και την παντρειά χωρίς τη θέλησή της, και την ακατανίκητη αντιπάθεια για τον άντρα της, και τη θλίψη της μοναξιάς, και, τέλος, την διαψευσμένη ελπίδα για μια ελεύθερη χηρεία. Όλη της η ζωή, με τις λύπες, τα δάκρυα και τον πόνο, ξεχύθηκε μ’ αυτή την κραυγή, που δεν μπορούσαν να την πνίξουν ούτε οι πάγοι που έσπαγαν.

    «Λυπάσαι που δε με σκέπασε το χιόνι και δε με πλάκωσαν οι πάγοι!», ψιθύρισε ο Λιτβίνοφ.

    Το κάτω χείλι του άρχισε να τρέμει, και στο πρόσωπό του απλώθηκε ένα πικρό χαμόγελο. Κατέβηκε από το σκαλοπάτι και άφησε κάτω τη γυναίκα του.

    «Εντάξει, Νατάσα, θα γίνει το δικό σου!»

    Γυρίζοντάς της την πλάτη, κατευθύνθηκε προς τη βάρκα. Πιο πέρα, ο Πετράκης, σφίγγοντας τα δόντια, τρέμοντας και πηδώντας στο ένα πόδι, τραβούσε τη βάρκα στο νερό.

    «Για πού το ‘βαλες;» τον ρώτησε ο Λιτβίνοφ.

    «Πονάω, εξοχότατε! Θέλω να πνιγώ… Οι πεθαμένοι δεν πονάνε…»

    Ο Λιτβίνοφ πήδηξε στη βάρκα. Ο χαζούλης τον ακολούθησε.

    «Έχε γεια, Νατάσα!» φώναξε ο τσιφλικάς. «Ας γίνει το δικό σου! Θα έχεις αυτό που περίμενες στέκοντας εδώ, μέσα στο κρύο. Ο Θεός μαζί σου!»

    Ο χαζούλης κούνησε τα κουπιά, και η βάρκα, σκοντάφτοντας πάνω σε ένα μεγάλο κομμάτι πάγου, πήγε να συναντήσει τα ψηλά κύματα.

    «Τράβα κουπί, Πετράκη, δώσ’ του!» είπε ο Λιτβίνοφ. «Πιο μακριά, όσο πιο μακριά!».

    Ο Λιτβίνοφ, κρατημένος από την κουπαστή της βάρκας, ταρακουνιόταν, έχοντας τα μάτια του στραμμένα στη στεριά. Εξαφανίστηκε η Νατάσα του, εξαφανίστηκαν τα φωτάκια από τις καμινάδες, εξαφανίστηκε, τελικά, κι η ακτή.

    Τότε άκουσε μια γυναικεία, σπασμένη φωνή, «Γύρνα πίσω!»…

    «Γύρνα!»

    Σε αυτό το «γύρνα», του φάνηκε ότι διέκρινε απελπισία.

    Η καρδιά του Λιτβίνοφ χτύπησε δυνατά… Τον φώναζε η γυναίκα του. Και στο χωριό οι καμπάνες καλούσαν στο χριστουγεννιάτικο όρθρο.

    «Γύρνα!» είπε και πάλι ικετευτικά, η ίδια φωνή.

    Η ηχώ επαναλάμβανε τη λέξη. Τη μετέφεραν το τρίξιμο των πάγων, το βουητό του ανέμου και οι χριστουγεννιάτικες καμπάνες του όρθρου: «Γύρνα».

    «Πάμε πίσω!» είπε ο Λιτβίνοφ, σκουντώντας το χέρι του χαζούλη.

    Αλλά ο χαζούλης δεν άκουγε. Σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο και κοιτώντας με ελπίδα μακριά, κουνούσε τα μακριά του χέρια… Αυτουνού κανείς δεν του φώναξε «γύρνα», κι αυτός ο πόνος στο νεύρο, που άρχιζε πάλι, γινόταν όλο και πιο δυνατός και καυτός… Ο Λιτβίνοφ άρπαξε τα χέρια του χαζούλη, τα τράβηξε πίσω και προσπάθησε να πάρει τον έλεγχο των κουπιών. Αλλά τα χέρια του ήταν σκληρά σαν πέτρα, δεν ήταν εύκολο να του τα αποσπάσεις. Ήταν κι αργά πια. Ίσια καταπάνω στη βάρκα ερχόταν ένας τεράστιος όγκος πάγου. Ο πάγος αυτός θα έπρεπε να απαλλάξει για πάντα τον Πετράκη από τον πόνο…

    Μέχρι το πρωί στεκόταν η χλομή γυναίκα στην ακτή. Όταν, μισοπαγωμένη και εξουθενωμένη από το ηθικό μαρτύριο, την κουβάλησαν στο σπίτι και την ξάπλωσαν στο κρεβάτι, τα χείλη της έλεγαν ακόμα: «Γύρνα!»

    Εκείνη τη νύχτα των Χριστουγέννων, η Ναταλία Σεργκέγεβνα αγάπησε τον άντρα της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.