Οι Αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία στη Μακεδονία

0
541

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΤΣΙΟΛΑΣ /ΥΠ. ΔΙΔ. ΙΣΤΟΡΙΑΣ Α.Π.Θ.

Ακολουθεί ο πανηγυρικός λόγος που εκφώνησε ο Κωνσταντίνος Μπατσιόλας στις εορταστικές εκδηλώσεις για τον Μακεδονικό Αγώνα στις 13 /10 /2019 στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης  :

«Σεβαστοί Πατέρες,

Κύριε Αντιδήμαρχε,

Κυρία Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι,

τιμούμε σήμερα όχι μόνο τους επιφανείς αλλά και τους αφανείς ήρωες που θυσιάστηκαν για την ελευθερία της Μακεδονίας. Τιμούμε τους προγόνους μας που αγωνίστηκαν για να μπορούμε σήμερα να είμαστε ελεύθεροι, να μπορούμε να μιλούμε ελεύθερα ελληνικά, να μπορούμε ελεύθερα να εκφράζουμε τη χριστιανική μας πίστη, να μπορούμε ελεύθερα να ατενίζουμε την ελληνική σημαία να κυματίζει περήφανη.

Ο Μακεδονικός Αγώνας αποτελεί μία ακόμη κορύφωση των αγώνων του ελληνισμού για να κατακτήσει την ελευθερία του.

Η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας από τον 15ο αιώνα είχε οριστικά κατακτηθεί από τα Οθωμανικά στρατεύματα. Από τότε αρχίζει η μακραίωνη περίοδος της Οθωμανικής κυριαρχίας, της Τουρκοκρατίας. Μιας περιόδου κατά την οποία ο ελληνισμός, όχι μόνο στη Μακεδονία, αλλά σχεδόν παντού, υφίσταται πλείστα δεινά : εξανδραποδισμοί κι αιχμαλωσίες, δολοφονίες, ταπεινώσεις κάθε είδους, βιασμοί, απόλυτη ένδεια, αμέτρητες διώξεις και εκτοπίσεις. Το πλήθος του μαρτύρων, των λεγόμενων «νεομαρτύρων»  που βασανίζονται και δολοφονούνται για την πίστη τους, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας – όπως ακριβώς και στον τόπο μας – βεβαιώνει το βάρος του τουρκικού ζυγού. Ο ελληνισμός διανύει μία ερεβώδη περίοδο στην πολυχιλιετή ιστορία του.

Την Άνοιξη του 1821 ο υπόδουλος Ελληνισμός κάνει το μεγάλο βήμα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού: εξεγέρσεις ξεσπούν σχεδόν σε κάθε περιοχή όπου υπάρχουν Έλληνες. Η Επανάσταση του ’21 δεν αφορά μόνο στην Πελοπόννησο και τη Ρούμελη. Και εδώ στη Μακεδονία,  ο Εμμανουήλ Παππάς και ο καπετάν Χαψας παίρνουν το τουφέκι για να απελευθερώσουν τον ελληνισμό. Τα αντίποινα των Τούρκων και στη Μακεδονία είναι το ίδιο σκληρά με αμέτρητες σφαγές. Το ελλαδικό κράτος που ιδρύθηκε το 1830, δυστυχώς περιελάμβανε μόνο τη Ρούμελη, τον Μωριά καθώς και τις Κυκλάδες και τις Β. Σποράδες.

Ο ελληνισμός της Μακεδονίας όμως καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, συνέχιζε να εξεγείρεται, όπως το 1854, το 1878 και το 1896. Στέκομαι στον 19ο  αιώνα για να τονίσω κάτι : όλες αυτές οι εξεγέρσεις, ήταν εξεγέρσεις Ελλήνων που ονειρεύονταν την απελευθέρωσή τους. Το λεγόμενο «Μακεδονικό Ζήτημα» έχει τις ρίζες του στα τέλη του 19ου αιώνα. Τότε αμφισβητείται η ελληνικότητα της Μακεδονίας –αλήθεια, λίγο πιο πριν,  το 1821 που ο Εμμανουήλ Παπάς σήκωνε το λάβαρο της επανάστασης δεν το έκανε στο όνομα της απελευθέρωσης του ελληνισμού;  Ποιοι σφάχτηκαν από τους Τούρκους τότε; Δεν ήταν Έλληνες; Σε όλες τις εξεγέρσεις του 19ου αιώνα στη Μακεδονία, όλοι αυτοί που θυσιάστηκαν δεν ήταν Έλληνες; και σφάχτηκαν επειδή ακριβώς ήταν Έλληνες και Χριστιανοί Ορθόδοξοι!  Η Βουλγαρική προπαγάνδα, που από τα τέλη του 19ου αιώνα αμφισβητεί με διαφόρους τρόπους την ελληνικότητα της Μακεδονίας, σίγουρα δεν μπορεί να σταθεί απέναντι όχι απλώς στα ερωτήματα αυτά, αλλά στα ίδια τα γεγονότα και την ίδια την πραγματικότητα.

Όλοι αυτοί που θυσιάστηκαν, βροντοφώναξαν, και οι φωνές τους αντηχούν μέχρι και σήμερα, ότι η Μακεδονία είναι ελληνική και μόνο ελληνική. Ότι η Μακεδονία είναι Ελλάδα!

Όμως, η εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων που έλαβε χώρα μόλις στον 19ο αιώνα σχεδόν εξ αρχής μετασχηματίστηκε σε επιθετικό εθνικισμό όχι μόνο εναντίον των Τούρκων από τους οποίους κι αυτοί, όπως σχεδόν όλοι οι λαοί των Βαλκανίων, επιζητούσαν την εθνική τους απελευθέρωση. Ο μεγαλοϊδεατισμός των Βουλγάρων στράφηκε και κατά του ελληνισμού με κύριο χώρο τη Μακεδονία.

Είναι αλήθεια ότι στα εδάφη της Μακεδονίας ζούσαν πληθυσμοί σλαβόφωνοι και βουλγαρόφωνοι, των οποίων όμως η εθνική συνείδηση δεν ήταν με σαφήνεια καθορισμένη – σαφώς και υπήρχαν και Βούλγαροι όχι μόνο στη γλώσσα αλλά και στη συνείδηση. Η Βουλγαρική προπαγάνδα ακριβώς στόχευσε πρώτα σε τέτοιους πληθυσμούς βαφτίζοντάς τους «μακεδόνες» ή «σλαβομακεδόνες» ή «Βούλγαρους». Αυτούς προσπάθησαν με ποικίλα μέσα να προσεταιριστούν : όχι μόνο με χρήμα (μια ξεκάθαρη εξαγορά συνείδησης) αλλά και απειλές, εκβιασμούς, ωμή βία, ακόμη και δολοφονίες. Πολλοί όμως από αυτούς είχαν ξεκάθαρη ελληνική εθνική συνείδηση παρόλο που δεν γνώριζαν την ελληνική  γλώσσα– ο καπετάν Κώττας είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας ήδη από  αιώνες δίπλα στους Έλληνες ζουν πολλοί και διάφοροι λαοί, όπως Τούρκοι, Εβραίοι,  Βούλγαροι και Σέρβοι και πολλοί άλλοι, που συνθέτουν ένα ποικιλόχρωμο μωσαϊκό λαών και γλωσσών. Το θέμα δεν είναι ποιος υπερέχει αριθμητικά-πληθυσμιακά. Αυτό μπορεί να έχει μικρότερα σημασία, γιατί είναι οι Έλληνες  αυτοί που αισθάνονται τη Μακεδονία ως δική τους πατρίδα, ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού, ως ακόμη μία αλύτρωτη πατρίδα. Είναι αυτοί που έχουν ξεκάθαρη εθνική συνείδηση και ένα ευδιάκριτο στόχο και προσανατολισμό : την απελευθέρωσή τους και την ένωση τους με το ελληνικό κράτος, όπως ακριβώς είχε εκδηλωθεί με τους τους Αγώνες κατά την Επανάσταση του ’21, με τις υπόλοιπες εξεγέρσεις του 19ου αιώνα, με την ξεκάθαρη ελληνοπρεπή παιδεία και όπως ακριβώς εκδηλώθηκε με τον ίδιο τον Μακεδονικό Αγώνα.

Ο Μακεδονικός Αγώνας συνήθως διαιρείται σε τρεις φάσεις : η πρώτη από το 1870 ως το 1897, η οποία χαρακτηρίζεται από την προπαγανδιστική δράση των ξένων κομιτάτων‧  η δεύτερη από το 1897 ως το 1904, διάστημα κατά το οποίο οι ελληνικοί πληθυσμοί υφίστανται την τρομοκρατία των Βουλγάρων κομιτατζήδων και η τρίτη φάση από το 1904 ως το 1908, η οποία χαρακτηρίζεται ως η «ένοπλη φάση» και είναι το διάστημα κατά το οποίο ο ελληνισμός περνά στην αντεπίθεση με τη δράση των Ελλήνων Μακεδονομάχων.

Δύο γεγονότα θα πυροδοτήσουν την όσο το δυνατόν πιο ενεργό ανάμειξη του ελληνικού κράτους στη Μακεδονία. Η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 και  η δολοφονία του Παύλου Μελά το 1904.

Ήδη τον Νοέμβριο του 1902 ο Ίων Δραγούμης, μία εμβληματική μορφή του ελληνισμού, τοποθετείται υποπρόξενος της Ελλάδας στο ελληνικό προξενείο στο Μοναστήρι. Από εκεί θα αναπτύξει κυριολεκτικά εθνοσωτήριο δράση ενισχύοντας ποικιλοτρόπως τον κατατρυχόμενο ελληνισμό.

Το καλοκαίρι του 1903 οι Βούλγαροι οργανώνουν την περίφημη εξέγερση του Ίλιντεν (στη γιορτή του προφήτη Ηλία). Η εξέγερση αποτυγχάνει και καταπνίγεται στο αίμα από τους Τούρκους, αλλά προκαλεί και τη διπλωματική παρέμβαση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.

Η σύγκρουση στη Μακεδονία κορυφώνεται μεταξύ των ετών 1904 και 1908. Στις 13 Οκτωβρίου 1904 στη Σιάτιστα της Μακεδονίας δολοφονείται από τους Τούρκους ο Παύλος Μελάς. Ηρωική μορφή του ελληνισμού : γόνος πλούσιας αριστοκρατικής οικογένειας, είχε στη διάθεσή του όλες τις δυνατότητες να διάγει ένα πολυτελή κι ανέμελο βίο στην Αθήνα. Όμως, αυτός, φλεγόμενος από το αίσθημα του γνήσιου πατριωτισμού, ήρθε εδώ στη Μακεδονία για να οργανώσει την Επανάσταση. Ήρθε εδώ στην πολύπαθη Μακεδονία και θυσίασε τη ζωή του στο βωμό της ελευθερίας των Ελλήνων. Δολοφονείται κάτω από αδιευκρίνιστες μάλλον συνθήκες, αλλά η θυσία του είναι αυτή που θα δυναμώσει τη φλόγα του Αγώνα για την περίσωση του ελληνισμού στη Μακεδονία. Από εκεί και μετά ο ελληνισμός αφυπνίζεται και πλήθος ανδρών καταφτάνουν από την ελεύθερη Ελλάδα στη Μακεδονία για να προασπίσουν την ελληνικότητά της.

Η σύγκρουση στη Μακεδονία είναι πρωτίστως μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων. Οι Βούλγαροι, που το 1870 ανακήρυξαν την εκκλησία τους σε Εξαρχία και αποσπάσθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πιέζουν τους κατοίκους της ευρύτερης Μακεδονίας να δηλώσουν ότι αποδέχονται τη βουλγαρική εκκλησία και ότι αποσκιρτούν από το Οικουμενικό πατριαρχείο. Έτσι, σκιαγραφείται μία βασική πτυχή της σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά βούλγαροι εξαρχικοί από την άλλη πλευρά οι Έλληνες πατριαρχικοί. Αντάρτικα σώματα ενόπλων οργανώνονται από τους Βούλγαρους και τρομοκρατούν τους κατοίκους της μακεδονικής υπαίθρου ασκώντας πολύμορφες πιέσεις. Το 1904 στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας υπάρχουν 6 μητροπόλεις βουλγαρικές, ενώ οι ελληνικές είναι 26.

Παράλληλα, διεξάγεται και ένας αγώνας στο πεδίο της εκπαίδευσης. Ιδρύοντας σχολεία οι Βούλγαροι προσπαθούν να διαδώσουν τη βουλγαρική γλώσσα στους κατοίκους – οι Έλληνες ανταπαντούν με την περαιτέρω ίδρυση ελληνικών σχολείων και κατά το δυνατόν ενίσχυση των υπαρχόντων – ήδη ελληνικά σχολεία υπήρχαν και λειτουργούσαν από αιώνες στην περιοχή της Μακεδονίας. Το 1902 στη Μακεδονία υπάρχουν περισσότερα από 1.000 ελληνικά σχολεία με 70.000 περίπου μαθητές, ενώ τα βουλγαρικά είναι 590 με 30.000 περίπου μαθητές.

Οι Τούρκοι δεν παρακολουθούν πάντα αμέτοχοι τις συγκρούσεις. Συχνά επενέβαιναν σε βάρος των Ελλήνων. Ο Αγώνας των Ελλήνων στην πραγματικότητα είναι διμέτωπος : τόσο απέναντι στους Τούρκους όσο και στους Βούλγαρους.

Στην Καστοριά ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης αναπτύσσει μια σπουδαία δράση. Όπως αναφέρει η παράδοση πήγαινε από χωριό σε χωριό, για να ενισχύει το φρόνημα των κατοίκων και να περιφρουρεί τις εκκλησίες από τους Βούλγαρους έχοντας συχνά μέσα στα ράσα του κρυμμένο ένα όπλο, γιατί πάντα ελλόχευε ο κίνδυνος των κομιτατζήδων.

Κομβικός και πολυδιάστατα σημαντικός ο ρόλος του Λάμπρου Κορομηλά στο προξενείο της Θεσσαλονίκη. Πρώτα τον Φεβρουάριο του 1904  είχε τοποθετηθεί πρόξενος στη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας, όπου έδρευαν τα βουλγαρικά κομιτάτα, των οποίων παρακολουθούσε τις δραστηριότητές τους, υποδυόμενος μάλιστα ακόμη και τον ομοϊδεάτη τους. Και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τοποθετήθηκε Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, όπου έδρασε εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1907, όταν επίμονα ζητήθηκε η ανάκλησή του, τόσο από τον ίδιο τον Σουλτάνο όσο και από τις Μεγάλες ΔυνάμειςΞεχωριστή, βέβαια, και η συμβολή στον Αγώνα και του δημοσιογράφου Δημήτριου Καλαποθάκη.

Όμως, η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε ένοπλο αγώνα. Βιαιότητες και δολοφονίες διαπράττονται και από τις δύο πλευρές, ενώ διεξάγονται συχνά σφοδρές μάχες μεταξύ των ανταρτών : από τη μία πλευρά είναι οι βούλγαροι κομιτατζήδες και από την άλλη οι Έλληνες Μακεδονομάχοι.

Η περιοχή μας μετατρέπεται πεδίο της σύγκρουσης. Εδώ δίπλα, στον Βάλτο, στη λίμνη των Γιαννιτσών διεξάγονται μερικές από τις πιο επικές συγκρούσεις. Η σπουδαιότητα του ελέγχου της λίμνης των Γιαννιτσών έγκειται και στο γεγονός ότι γύρω από αυτή περνούσαν συγκοινωνιακά δίκτυα.

Στα ένοπλα σώματα των Μακεδονομάχων συμμετέχουν και συντοπίτες μας, Κουλακιώτες όπως ο Τερζής και ο Αναγνωστόπουλος. Εδώ αναπτύσσει τη δράση του και ο καπετάν Γκόνος, το «στοιχειό του Βάλτου» ή «το θεριό του Βάλτου, ο οποίος επιτυγχάνει τη μεταστροφή έξι χωριών από τη βουλγαρική Εξαρχία στο Πατριαρχείo.  Η Πηνελόπη Δέλτα με την απαράμιλλη συγγραφική της πένα στο ιστορικό της μυθιστόρημα «Στα μυστικά του Βάλτου» αποτύπωσε με επική μεγαλοπρέπεια τις συγκρούσεις μέσα στη λίμνη των Γιαννιτσών.

Η Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Τσαλίκοβο κατέχει κομβικό ρόλο : εκεί μεταφορτώνονται όπλα, που σύμφωνα με την παράδοση, οι γυναίκες αγρότισσες, για να μην κινούν υποψία, τα βάζουν μέσα στα βαριά φορέματά τους και τα μεταφέρουν στην Κουλακιά, προκειμένου να διοχετευτούν στη συνέχεια  στο Βάλτο, όπου μαίνονται οι συγκρούσεις. Η Χαλάστρα υπήρξε, λοιπόν, το πέρασμα για τις αντάρτικες ομάδες που έρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα και κατευθύνονταν στη λίμνη των Γιαννιτσών (οι πλάβες, οι μικρές αυτές βάρκες χωρίς καρίνα αποδείχτηκαν αποτελεσματικές για τέτοιες ενέργειες). Ήταν και κόμβος μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών, ενώ συχνά προσφέρονταν και ιατρικές υπηρεσίες σε τραυματισμένους.

Δεν είναι λίγοι οι Κουλιακιώτες εκείνης της εποχής, δηλαδή οι παππούδες μας, που συμμετέχουν στον Αγώνα του ελληνισμού για την υπεράσπιση της Μακεδονίας. Άλλοι συμμετέχουν στα ένοπλα τμήματα, άλλοι ως πληροφοριοδιότες, άλλοι συμβάλλουν με τον πενιχρό οβολό τους στην οικονομική ενίσχυση και άλλοι στη μεταφορά εφοδίων προς τα ένοπλα τμήματα. Μάλιστα, μια όχι και τόσο γνωστή πτυχή για τη συμμετοχή των Κουλιακιωτών στον Αγώνα είναι η ίδρυση μιας οργάνωσης που θα συνέδραμε στον Αγώνα. Η Επιτροπή Αμύνης, έτσι όπως ονομάστηκε η οργάνωση, θα συντόνιζε τις ενέργειες για την επιμελητεία των ενόπλων μακεδονομάχων μέσα στη λίμνη των Γιαννιτσών.

Η Χαλάστρα δεν αποτέλεσε μόνο πέρασμα αλλά και καταφύγιο αντάρτικων σωμάτων ή μεμονωμένων αγωνιστών που κατευθύνονταν προς και από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν επίσης και ορμητήριο εκτός από κέντρο εφοδιασμού για τους Έλληνες που μάχονταν στη λίμνη των Γιαννιτσών. Συνολικά στο «Μεγάλο Συναξάρι» για τον Μακεδονικό Αγώνα που επιμελήθηκε η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών περιλαμβάνονται περισσότεροι από 40 Χαλαστριανοί, οι οποίοι με διαφόρους τρόπους συμμετείχαν και συνέδραμαν στον Αγώνα του Ελληνισμού για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Φλεγόμενοι από τον πόθο της λευτεριάς οι Κουλιακιώτες της εποχής εκείνης, λίγα χρόνια αργότερα, το 1912, θα είναι αυτοί που θα φτιάξουν τις γέφυρες που απελευθέρωσαν τη Θεσσαλονίκη με πρωτεργάτη τον Γεώργιο Νταλιγκάρη.

Το 1908, και ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταλανίζεται από ποικίλα προβλήματα με έκδηλα τα σημάδια της αποσύνθεσης και της κατάρρευσης, εδώ στην περιοχή της Μακεδονίας ξεσπά η Επανάσταση τω Νεοτούρκων. Οι Νεότουρκοι υπόσχονται ισότητα και ελευθερία για όλους τους πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας, αν και σχεδόν αμέσως εξελίχθηκαν σε απηνείς διώκτες των άλλων εθνοτήτων. Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι ίσως πλήρωσαν το βαρύτερο φόρο αίματος μέσα στα επόμενα 10 -15 χρόνια. Όμως, αρχικά η επανάσταση των Νεοτούρκων γέννησε κάποιες ελπίδες ότι θα πάψουν οι διώξεις. Έτσι, και ο Μακεδονικός Αγώνας προς στιγμή κοπάζει. Οι συγκρούσεις και οι πολεμικές επιχειρήσεις για μερικά χρόνια παύουν.

Σε όλη της διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης του Μακεδονικού Αγώνος η υπεροχή των Ελλήνων σε στρατιωτικό επίπεδο είναι αδιαμφισβήτητη. Αυτή η υπεροχή δεν βασιζόταν μόνο στη γενναιότητα και στο υψηλό φρόνημα που ενέπνεε το δίκαιο του αγώνα, αλλά και στις ικανότητες των επικεφαλής και τη στήριξη του ντόπιου πληθυσμού. Ο αριθμός των ενόπλων  ποτέ δεν ξεπέρασε τις 2.000 σε όλη τη Μακεδονία. Αυτή όμως η σχετικά μικρή δύναμη πολεμιστών υποστηριζόταν από μία καλή οργάνωση των ντόπιων σε πόλεις και χωριά και σε ένα καλό δίκτυο πληροφοριών σε όλη τη Μακεδονία. Ο απολογισμός των θυσιών είναι σκληρός. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν πάνω 700 με τα ένοπλα σώμαα, ενώ συγχρόνως δολοφονήθηκαν από τους κομιτατζήδες 600 ντόπιοι πατριαρχικοί στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης και 650 στο βιλαέτι Μοναστηρίου. Από τον ένοπλο αγώνα αλλά και από τον συνακόλουθο οικονομικό πόλεμο ο τόπος εξαντλήθηκε. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο πως με το κίνημα των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908 το σύνολο του πληθυσμού αισθάνθηκε κάποια ανακούφιση προσδοκώντας ειρηνικότερες ημέρες. (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ’, σ.254.)

Όμως, η Μακεδονία δεν είχε απελευθερωθεί, Αυτό θα γίνει λίγα χρόνια πιο μετά με τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, κατά τον οποίο ο νικηφόρος ελληνικός στρατός προήλασε και κατήγαγε περήφανες νίκες σε βάρος του Οθωμανικού και στις 26 Οκτωβρίου 1912, μετά και την καθοριστική συμβολή των Χαλαστριανών, εισήλθε απελευθερωτής στη Θεσσαλονίκη. Η Μακεδονία, η Θεσσαλονίκη, η Κουλιακά, οι Έλληνες της Μακεδονίας ήταν πια ελεύθεροι.

Κυρίες και κύριοι,

Σήμερα που η ελληνικότητα της Μακεδονίας αμφισβητείται, που το φρόνημα των Ελλήνων, το φρόνημα των Ελλήνων της μίας και μοναδικής Μακεδονίας βάλλεται, σήμερα που επιχειρείται μία επονείδιστη και χυδαία αποδόμηση της εθνικής μας ταυτότητας, η αξία του έργου και κυρίως της θυσίας των Μακεδονομάχων, αναδεικνύεται ακόμη πιο σημαντική. Έχουμε χρέος να  αγωνιστούμε με όλες τις δυνάμεις μας, για να διαφυλάξουμε την ελληνικότητα της Μακεδονίας, όπως ακριβώς έκαναν και οι προγονοί μας με τις πενιχρότατες δυνάμεις τους, με τη θυσία τους.

Κυρίες και κύριοι,

η Μακεδονία δεν ανήκει απλώς σε εμάς.  Την κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας και τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας. Έχουμε χρέος να τούς την παραδώσουμε αλώβητη κι ελληνική.»

 

Υ.Γ. Το ανωτέρω κείμενο επειδή είναι αυτούσιος ο πανηγυρικός λόγος που εκφωνήθηκε στις 13/10/2019 στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης δεν συνοδεύεται από βιβλιογραφικές παραπομπές και σημειώσεις.

Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι πίνακας που αναπαριστά τον Παύλο Μελά και που φιλοτέχνησε ο καταξιωμένος χαλαστρινός ζωγράφος Δημήτριος Χατζίκος. Ο πίνακας αυτός κοσμεί τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χαλάστρας «Δημήτριος Κυριάκου Χαντές».

 

Προηγούμενο άρθροΒραβεία Φυσικής. 100 μαθητές από τη Βόρεια Ελλάδα στο Νόησις
Επόμενο άρθροΓ. Κιμούλης: «Ο άνθρωπος ζει πλέον σε μία ακραία συνθήκη μοναξιάς»
Ο Κωνσταντίνος Μπατσιόλας γεννήθηκε το 1979 και κατάγεται από τη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης. Είναι συζευγμένος και έχει δύο κόρες. Ζει στη Θεσσαλονίκη όπου και δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως φιλόλογος εργαζόμενος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Έχει σπουδάσει Ιστορία-Εθνολογία (Δ.Π.Θ.), Θεολογία (Α.Π.Θ) και έχει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκκλησιαστική Ιστορία (Α.Π.Θ). Είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Γνωρίζει Αγγλικά και Ιταλικά. Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε διάφορα επιστημονικά συνέδρια στους τομείς της Ιστορίας, της Θεολογίας και των ΜΜΕ. Στη γενέτειρά του Χαλάστρα έχει αναπτύξει έντονη κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα με συμμετοχή σε τοπικούς συλλόγους και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Παράλληλα, έχει πραγματοποιήσει ομιλίες για ζητήματα ιστορικά και ήταν μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Λαϊκού Πανεπιστημίου Δήμου Δέλτα. Αρθρογραφεί στον ηλεκτρονικό τύπο ασχολούμενος με θέματα Ιστορίας, Πολιτισμού και Πολιτικής. Είναι συγγραφέας του έργου "Η Θεσσαλονίκη κατά τη Λατινοκρατία" που εξεδόθη το 2019 από τις εκδόσεις "Μέθεξις".

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.