«ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ»: Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ UBER ALLES

0
2273

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Γράφει ο Γιάννης Κεσσόπουλος / [email protected]

Όταν έγιναν τα γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσα να φανταστώ τι ταινία θα δούμε, σε περιεχόμενο και σε ποιότητα. Οι χαμηλοί τόνοι του Μανούσου Μανουσάκη και του επιτελείου, κάτι αναφορές σε λεφτά που δεν υπάρχουν, το μέγεθος της παραγωγής, αλλά και η ελάχιστη εμπειρία μου στην κινηματογραφική δουλειά, με έθεσαν σε κατάσταση αναμονής για το αποτέλεσμα.

Όμως πρέπει να πω ότι οι θετικές εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη, από την ώρα που άρχισαν να βγαίνει προς τα έξω το επίσημο υλικό από τη feelgood. Ταινία δε βλέπαμε, αλλά η «εικόνα» είχε ήδη να διαφαίνεται από το φωτογραφικό υλικό, από τα γραφιστικά, από την ατμοσφαιρικότητα των πρώτων μονταρισμένων σκηνών, από το τρέιλερ και τέλος από τη μουσική επένδυση.

Η ταινία «Ουζερί Τσιτσάνης» που βγαίνει στους κινηματογράφους επισήμως από σήμερα, είναι μια πολύ καλή ταινία. Για το μέσο θεατή εξαιρετική. Σίγουρα είναι αυτό που λέμε «καλό ελληνικό σινεμά». Ξανά. Ταινία που θα μπορούσε να κάνει καριέρα και στο εξωτερικό. Γιατί το θέμα είναι διαχρονικό και διεθνές. Και γιατί διαθέτει βαθμό αρτιότητας (στα σκηνικά, στα κοστούμια, στις ερμηνείες, στη σκηνοπγραφία, στη φωτογραφία) που σίγουρα επιτρέπει τέτοια όνειρα.

Ας ξεκινήσουμε από το θέμα. Πρέπει να είναι η πρώτη κινηματογραφική ταινία που καταγράφει το δράμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, το ολοκαύτωμα όπως το έζησε η εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Ως τέτοια έχει κι ένα στοιχείο «κινηματογραφικής τεκμηρίωσης». Είναι και παιδευτική. Πολύ περισσότερο που αφορά σε ένα θέμα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας -από αυτά που είναι ταμπού για την ελληνική πολιτεία και την κοινωνία.

Μέσα από μια ερωτική ιστορία ενός χριστιανού και μιας εβραιοπούλας, παρουσιάζει το δράμα των Εβραίων ακολουθώντας τις γενικές παραδοχές: π.χ. στο ρόλο του Ραβίνου ή στο ρόλο των χριστιανών.

Εκτιμώ ότι ο Μανουσάκης στέκεται στην ανθρώπινη διάσταση του δράματος, χωρίς να «πολιτικολογεί» ή, καλύτερα, να φλυαρεί πολιτικά. Και πολύ καλά κάνει όχι γιατί δεν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις που πιθανόν να ακουστούν τις επόμενες μέρες, αλλά κυρίως γιατί πίσω από κάθε πολιτικό γεγονός υπάρχει και μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση η οποία συνήθως δεν επιδέχεται ερμηνείες. Δεν είναι όλοι συνωμότες, δεν είναι όλοι εταίροι σ’ αυτό που κάθε φορά παίζεται. Το βλέπουμε και σήμερα, με τους Σύριους πρόσφυγες. Είναι έντονο το ανθρώπινο δράμα που παίζεται στο Αιγαίο και στο ελληνο-ευρωπαϊκό χώμα, με τα παιδιά, με τις γυναίκες, με τους άνδρες που προπαθούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Τη μοίρα που ιστορικά επιφυλάσσουν στους λαούς τα σχέδια των εκάστοτε μεγάλων.

Γι’ αυτό και η ταινία είναι μια βαριά ταινία. Συννεφιασμένη σαν την Κυριακή που ο Τσιτσάνης είδε χιόνι ματωμένο. Υποβλητική ταινία. Ακόμη και ο έρωτας είναι πονεμένος. Με εκατέρωθεν ταμπού (σχέση Εβραίας με Χριστιανό) που δεν γκρεμίζονται ούτε και στην ύστατη ώρα, όταν όλα γύρω μοιάζουν να χάνονται. Με διλήμματα (οικογένεια ή αγάπη;) ζόρικα που αποκτούν μεγίστη ένταση σε οριακές καταστάσεις, όπως αυτή που έζησαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στα χρόνια της Κατοχής.

Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης ήθελε με την ταινία αυτή να κάνει κι ένα παραβολικό σχόλιο για το σήμερα, κι αν δεν το ήθελε πάντως του προέκυψε, εφόσον δεχθούμε το σενάριο ότι ζούμε σε μια Ελλάδα που αφενός αποτελεί ένα «περαματόζωο αγορών και πολιτικών» και αφετέρου η πολιτική της ηγεσίας αδυνατεί να καθοδηγήσει τη χώρα και τους πολίτες με τρόπο ορθό. Έτσι, έχουν ενδιαφέρον η στάση του Ραβίνου Κορέτς κι από την άλλη του Αλμπέρτο, εκφράζουν δύο αντίθετες θεωρήσεις των πραγμάτων (τον εφησυχασμό και την ανησυχία), η στάση της μητέρας της Εστρέας που δεν μπορεί να φανταστεί ότι υπάρχει και πιο κάτω σκαλί στο δράμα και δεν αφήνει τα παιδιά της να φύγουν ούτε η ίδια φεύγει, οδηγούμενη εν τέλει στον αφανισμό.

«Οι άνθρωποι βλέπουν συχνά το κακό να πλησιάζει αλλά δεν κάνουν τίποτε για να το αποφύγουν, νομίζοντας ότι θα κάνει εξαίρεση γι’ αυτούς. Κι έτσι καταστρέφονται», το αποτυπώνει λίγο διαφορετικά ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης στο μυθιστόρημα «Φιλμ Νουάρ» –μια φράση που μου έχει εντυπωθεί στο νου.

Εν ολίγοις, έρχονται στιγμές που λίγο ο φόβος, λίγο η αμφιβολία, λίγο το νοιάξιμο για τα αγαπημένα πρόσωπα, σε κάνουν ανήμπορο να αντιδράσεις, ικανό μόνο για να ακολουθήσεις τη μοίρα σου.

Στην ερωτική σκηνή Γιώργου – Εστρέας, στο ξυλουργείο, θυμήθηκα μια αντίστοιχη σκηνή από την ταινία «Εχθρός προ των πυλών» του Ζαν Ζακ Ανό, όπου ο πρωταγωνιστής κάνει έρωτα με την αγαπημένη του συμπολεμίστρια κάτω από τις κουβέρτες, στο θάλαμο του καταφυγίου την ώρα που όλοι κοιμούνται δίπλα τους. Γιατί τίποτα, ούτε ο πόλεμος, ούτε ο χαμός, μπορεί να σταματήσει τη ζωή. Ίσα ίσα που δυναμώνει συναισθήματα και επιθυμίες, τα φέρνει κι εκείνα στα όριά τους. Και γιατί ο έρωτας είναι κείνη την ώρα η πιο ισχυρή αντίσταση στο διαφαινόμενο τέλος.

Η φύση του ανθρώπου είναι uber alles. Αγωνίζεται έστω κι αν ξέρει ότι τελικά θα αποτύχει, πιστεύει κι αν ακόμη νοιώθει ότι είναι μάταιο, ερωτεύεται έστω κι αν γνωρίζει ότι δεν υπάρχει αύριο.

Έχοντας διαβάσει το βιβλίο του Σκαμπαρδώνη πριν από αρκετά χρόνια πια, εκτιμώ ότι ο σκηνοθέτης κινήθηκε στις ράγες του συγγραφέα, τόσο ως προς το διωγμό των Ερβαίων όσο και ως προς την προσωπικότητα του Τσιτσάνη, μιας και ο τελευταίος πραγματοποίησε έρευνα για τη συγγραφή του βιβλίου -ασφαλής οδηγός για το κινηματογραφικό εγχείρημα. Βέβαια, ο Σκαμπαρδώνης εστίασε στη ζωή και στη στάση του Τσιτσάνη και το δράμα των Εβραίων ήταν κομμάτι από το λογοτεχνικό φόντο, ενώ ο Μανουσάκης αντέστρεψε  τα δεδομένα, έφερε στο πρώτο επίπεδο το διωγμό των Εβραίων και σε δεύτερο τον Τσιτσάνη. Έστρεψε αλλού το φως, διαμορφώνοντας μια άλλη ιδιαίτερη ταυτότητα για το «Ουζερί Τσιτσάνης».

Θέλω να πω για το βιβλίο ότι είναι εξαιρετικό. Ποτέ όμως δεν θεώρησα ότι πρέπει να συγκρίνουμε ταινία με βιβλίο. Το καθένα έχει τη χάρη του. Το «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι μία ακόμη απόδειξη γι’ αυτό.

*Πολύ θα ήθελα να δω να γεννιέται μια εφάμιλλη ταινία για τη γενοκτονία των Ποντίων ή για το κυπριακό δράμα. Όπως έγινε με την «Πολίτικη Κουζίνα» που «μάθαμε» για την Πόλη και το ’64. Γιατί το σινεμά είναι ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε την ιστορία μας.

Προηγούμενο άρθροΕΓΩ ΚΑΙ Η «ΑΜΕΡΙΚΗ»
Επόμενο άρθροΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΟΥ ΝΑ… ΕΙΣΑΙ «ΑΚΑΛΥΠΤΟΣ»
Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ, θέλοντας να γίνω δημοσιογράφος. Παράλληλα, φωτογραφία από μεράκι. Κλικ με ριπές. Γιατί η ματιά έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε μηχάνημα. Πρώτη στάση 1996, στα Σπορ του Βορρά του Μπούζα και στον Ελληνικό Βορρά του Μέρτζου. Δεύτερη στάση στον free press «εξώστη» του αξέχαστου Τάσου Μιχαηλίδη. Τρίτη στάση, Μάρτιο 1998, στην ιστορική εφημερίδα «Μακεδονία» και στα πολιτιστικά με αρχισυντάκτη τον άλλον αξέχαστο Χρήστο Αρνομάλλη (πολιτιστικός ρεπόρτερ, προϊστάμενος πολιτιστικού, συντάκτης ύλης πολιτικού, αρθρογράφος). Και διευθυντή τον αείμνηστο Λάζαρο Χατζηνάκο. Τέλειωσα με τη «Μακεδονία» το 2006 ως διευθυντής σύνταξης της κυριακάτικης έκδοσης, όταν ακόμη η εφημερίδα πουλούσε 17.000 φύλλα. Μετά ήρθε το «Κεντρί» όπου συνεργάστηκα ως σύμβουλος έκδοσης κι έπειτα η free press «Karfitsa» στην οποία εργάστηκα ως διευθυντής από τον Φεβρουάριο του 2010 ως τον Μάιο του 2011. Από το Μάιο 2016 ως τον Μάρτιο 2018 αρθρογράφος στη thessnews. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, γραφείο Τύπου σε δύσκολες μάχες (Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), του ΚΘΒΕ, ειδικός σύμβουλος σε θέματα επικοινωνίας του Δημάρχου Δέλτα και λογογράφος λόγων κρίσιμων. Σταθερά, από την πρώτη του μέρα, στο thinkfree.gr, καταφύγιο λέξεων και σκέψεων. Καταφύγιο δημιουργικότητας στην εποχή που ο χώρος των ΜΜΕ έχει διαλυθεί και τα πάντα αμφισβητούνται. Καταφύγιο αξιοπιστίας και αλήθειας στην εποχή των fake news και του κιτρινισμού. https://www.facebook.com/gkessopoulos

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.