«ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ»: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ, ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ…

0
1858

patrides alismonites2

grekouΓράφει η Γλυκερία Γκρέκου / συγγραφέας-εκπαιδευτικός 

Πατρίδες Αλησμόνητες – ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ- ΠΟΝΤΟΣ, εκδ. Παπαδόπουλος

συγγραφείς: ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, ΕΛΕΝΑ ΑΡΤΖΑΝΙΔΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΑ Π. ΠΥΡΓΕΛΗ, ΕΥΗ ΤΣΙΤΙΡΙΔΟΥ- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΟΥ, ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΥΛΩΝΑΚΗ-ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

Αγαπάω τη μικρή φόρμα, τα μικρά βιβλία, οπότε και τη δεύτερη μέρα της κυκλοφορίας του βιβλίου, το είχα διαβάσει.

Στο εξώφυλλο, ένα καραβάνι προσφύγων φεύγουν για να σωθούν, ψάχνουν τον τόπο της επαγγελίας. Ασπρόμαυροι όλοι τους, διασχίζουν έναν τόπο ροζ-σταχτί, που στις παρυφές κοκκινίζει. Μοιάζει, στα μάτια μου, με ματωμένη γάζα, όχι, δεν είναι νωπό το αίμα, αλλά είναι αίμα για να θυμίζει πως εδώ υπάρχει πληγή.

Του ξεριζωμού, η πληγή, γραμμένη από τους απόγονους των προσφύγων. Ο Πόντος, η καταστροφή της Σμύρνης, ο πόνος, ο ξεριζωμός από τα πάτρια εδάφη λειτουργεί, ως καταλύτης, για την ανάδυση ιστοριών που πραγματεύονται τις πατρίδες των προγόνων των συγγραφέων.

Έξι ιστορίες, λοιπόν, από έξι συγγραφείς που έχουν άρρηκτο δεσμό με τον Πόντο και τη Μικρασία. Και καθόλου τυχαίο, δε μου φαίνεται το γεγονός πως οι πέντε εξ αυτών το αφιερώνουν στη γιαγιά και τον παππού τους.

Έξι ιστορίες γεμάτες νοσταλγία και αισιόδοξα μηνύματα μας ταξιδεύουν νοερά σε πατρίδες αλησμόνητες.

Έξι διαφορετικά είδη γραφής, αρχής γενομένης από τον Θωμά Κοροβίνη. Με τη γνωστή, γραφή του, μεστή, στακάτη, χωρίς εμφανείς συναισθηματισμούς. Και εικόνες, πολλές εικόνες μπροστά μας, σαν σινεμά.

«Ο Λεβάντες «

Ο Λεβάντες, ο ήρωας του Κοροβίνη, είναι ένα διαβολάκι ζωηρό, ανήσυχο παιδί από την κούνια του, γιος μιας Σμυρνιάς κι ενός Φραγκολεβαντίνου, σκαλίζει παλιά χαλάσματα, παίρνει σβάρνα τις γειτονιές της Σμύρνης, κι εκεί στο ψάξιμο τον βρίσκει η μέρα της μεγάλης καταστροφής.

Ένα αρωματοπωλείο, ένα μπουκαλάκι, μια συνταγή στην τσέπη του. Ανάμεσα σε άγριες φωνές και ποδοβολητά και κραυγές πόνου, το ένστικτο οδηγεί τον δωδεκάχρονο στο λιμάνι. Κι από εκεί σε μια άλλη πατρίδα, όπου με τη συνταγή του αρώματος γίνεται αργότερα ένας φημισμένος έμπορος ενός αρώματος λεβάντας. Λες και το όνομα προσδιόρισε και τη μοίρα του.

Κατόπιν το διήγημα της Έλενας Αρτζανίδου

«Ορντού, πατρίδα μ΄ έχω σε- Πατρίδα μου η Ορντού»

Το πιο ‘ Ποντιακό’  θα λέγαμε διήγημα, μιας και οι  υποσημειώσεις στην ποντιακή διάλεκτο βοηθούν τον αναγνώστη, μιας και ο μονόλογος της γιαγιάς, τις τελευταίες στιγμές της ζωής της γίνεται στη μητρική της γλώσσα. Και πώς θα γινόταν αλλιώς, σε ώρες δύσκολες, σε στιγμές  καθοριστικές όλοι μας ζούμε και εκφράζουμε τον φόβο και τον πόνο στα πρώτα ακούσματα. Κι αν σε κάποια σημεία, η συγγραφέας, δίνει το λόγο στη γιαγιά να αφηγηθεί σε ομιλούντα, από όλους μας, Ελληνικά, το κάνει νομίζω για να μη διακοπεί η ροή της αφήγησης των συναισθημάτων που ξεπηδούν αβίαστα, για να μη χρειάζεται ο αναγνώστης να ψάχνει την ερμηνεία των λέξεων. Όπως για παράδειγμα μια δυνατή σκηνή: << Καλομάνα Μαλαματού πιάσε με απ΄το χέρι, μη με αφήνεις μόνη σε αυτό το βαπόρι, κοίτα πίσω την Ορντού. Κοίτα ψηλά το Τσάμπασι, καίγονται οι θάμνοι, τα πουρνάρια. Σπίτια μανούλα καίγονται, μυρίζει ο τόπος σάρκα. Μάνα, μανούλα μου, μαμά, θα ανταμώσουμε άραγε πάλι!>> Μοιρολογά η γιαγιά και η εγγονή κλαίει μαζί της. Η τελευταία επίγεια στιγμή της γιαγιάς τελειώνει με μια κραυγή- επιθυμία, είναι ο πόνος του νόστου, ογδόντα χρόνια μετά <<   Μάναααααα, πάμε ση πατρίδα, μάναααααα! >>

Η μάνα και η πατρίδα των παιδικών μας χρόνων γίνονται ζητούμενα και τα ανακαλούμε στο τέλος. Το χτενάκι στα λιγοστά άσπρα μαλλιά, το κορμί που τρέμει, μια επιθυμία που δεν πραγματοποιήθηκε, η αγάπη στη γιαγιά, ανασύρουν μνήμες σε πολλούς από εμάς, προς στιγμή νιώθεις ένα δάκρυ να κυλά κι ας μην είχες γιαγιά από τον Πόντο…

Το τρίτο διήγημα, << Η τελευταία πράξη >>  του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη, αφορά την ζωή μιας Ελληνίδας που στο μεγάλο χαμό, έχασε όλη της τη ζωή στη Σμύρνη. Γονείς, άντρα, παιδί. << Οι Έλληνες αφανίστηκαν από τον χθεσινό φίλο και γείτονα… >> Η γυναίκα της ιστορίας, σαν επαίτης, ΄τουρκόσπορο ‘ την έλεγαν στην Ελλάδα, έπειτα από μια σειρά περιπλανήσεων, Μασσαλία, Γερμανία γνωρίζει τον Χανς και ξεκινά μια νέα ζωή. Ζητάει από τον θετό της γιο Έρικ μια τελευταία χάρη. Να ταξιδέψει ως την πατρίδα της, να ψάξει στον κήπο μήπως και βρει ένα κασελάκι ζωής. Με φωτογραφίες κι ένα σταυρό που φορούσε του γιου της σαν τον έντυνε με τα καλά του. Η τελευταία πράξη διαδραματίζεται στο πατρικό της σπίτι, στη Σμύρνη, το κασελάκι βρίσκεται, ο σταυρός κι αυτός αλλά φορεμένος. Είναι άδικο, για το διήγημα, να πω περισσότερα. Θα κλείσω με τη φράση της γριάς γυναίκας:

<< … Ο κάθε άνθρωπος αν απλώσει τα πανιά με τα γεγονότα που του συνέβησαν , θα ανοιχτεί στο πέλαγος… >>

«Ο Δάσκαλος που αλφάδιασε το μέλλον»

της Δήμητρας Π. Πυργελή.

Είναι ο δάσκαλος που αλφάδιασε το μέλλον των προσφύγων με καλέμι και μυστρί, στην πατρίδα της συγγραφέως, την Ξάνθη. Η Δήμητρα Πυργελή μας παίρνει από το χέρι, και μαζί της κατευθυνόμαστε, όπου και καθόμαστε, στο καφενείον η << Ελλάς >> Υποθέτω καθόλου τυχαία η επιλογή του ονόματος και πιθανολογώ πως πρόκειται για καφενείο που υπάρχει στην Ξάνθη. Όσοι έχουμε ανάγκη γυαλιών, για ανάγνωση, τα φοράμε και ξεκινάμε το διάβασμα. Μπροστά μας φανερώνονται γεγονότα, γίνεται μια αναφορά της κατάστασης στην παιδεία πριν την καταστροφή.

Ο δάσκαλος Γαβριήλ Κούρκουλας, διευθυντής σε σχολείο κάπου στο Μαρμαρά, αναγκάζεται να ζήσει την πικρή στιγμή που ασφαλίζεται ένα σχολείο, εδώ σταματούν τα όνειρα των μαθητών για ένα καλύτερο μέλλον. Με τα βιβλία, μοναδική περιουσία, παίρνει κι αυτός το δρόμο για το άγνωστο. Κουβαλώντας  τους μπόγους, στις πλάτες τους, οι πρόσφυγες μοιάζουν σαν  ένα  τεράστιο υφασμάτινο φίδι.

Τελικώς, η Ξάνθη γίνεται η νέα πατρίδα, εκεί με πολύ προσωπικό μόχθο χτίζεται, πρόχειρα,  το σχολείο των προσφύγων, αλλά το 1930 χτυπά το κουδούνι σε ένα σχολείο όμορφο, ο Γαβριήλ Κούρκουλας αξιώνεται να κάνει πρωινή προσευχή με τους μαθητές του. Καθείς με τα όπλα του πολεμά, έτσι λοιπόν κι ο Δάσκαλος χαρίζει στα παιδιά των προσφύγων γνώση. Το θεμέλιο της ζωής…

 

Ώρα για παραμύθι με το διήγημα της Εύης Τσιτιρίδου:

«Η Χρύσα και ο δράκος»

Αφορμή ένα από τα ομορφότερα ακριτικά τραγούδια  του Πόντου:

<< Ο Γιάννες ο Μονόγιαννες >>

Η Χρυσή και ο Ανέστης γιαγιά και παππούς της συγγραφέως παίρνουν τη θέση του Γιάννη, και έτσι θα ονομάζονται οι πρωταγωνιστές του διηγήματος.

Μετά τον Ακρίτα που σώζει τη γυναίκα του σειρά έχει το παραπάνω τραγούδι. Όπου, εν ολίγοις , ο Γιάννης, νιόπαντρος άντρας, πηγαίνει στη βρύση του δράκου να φέρει νερό της γυναίκας του που διψά πολύ. Εκεί συναντά το δράκο που θέλει να τον καταβροχθίσει. Ο άντρας ζητά απ΄το θεριό να του δώσει πίστωση χρόνου πέντε ημερών να αποχαιρετήσει τους δικούς του. Πράγμα που καταφέρνει, παρουσιάζεται πάλι του ξαναζητά χάρη, στο μεταξύ το μαθαίνει η γυναίκα του και εκεί γίνεται η μεγάλη ανατροπή.

Τώρα πια είναι η σειρά της να δράσει. << Τα συλλογίζεται η Χρυσή, ματώνει η καρδιά της. Και δώστου και τον Μαύρο της κεντρίζει να καλπάσει. Φρουμάζει εκείνος, πιλαλά, ιδρώνει ξαναμμένος >>

Και παρακάτω: << Απόψε το δάσος της μιλά. Στήνει αυτί ν΄ακούσει. Ο θόρυβος σβήνει απαλά, μια ελαφίνα ήταν. Έσκυψε για να πιει νερό στου ξέφωτου την άκρη…>>

Και συναντά το θεριό, και το κοιτάζει με τα μάτια της: << Μάτια που όλα τα μπορούν και δράκους φοβερίζουν! Απορημένο το θεριό σκύβει και την κοιτάει. Γυναίκα είναι πώς τολμά με δράκο να τα βάλει… >> Και το στοιχειό υποχωρεί, από γυναίκας φοβέρα και σα να μη φτάνει αυτό ο φορέας του κακού, δεν πεισμώνει, δεν εξαφανίζεται αλλά τουναντίον ζητά να γίνει μέλος της οικογένειας. << Μόνο να λογαριάζετε και μένα γι΄αδερφό σας. Και τα μικρά παιδάκια σας να τα΄χω ξαδερφάκια…>>

Κι έτσι η Ελληνίδα του Πόντου στέκεται στις δύσκολες ώρες στο πλευρό του άντρα της και τον σώζει. Το μήνυμα είναι σαφές, μέσα στο ανδροκρατούμενο, πατριαρχικό σύστημα η γυναίκα του Πόντου παίρνει τη θέση της.

Το διήγημα-ποίημα- παραμύθι, με την πένα της Εύης Τσιτιρίδου σε συνεπαίρνει σε τόπους και χρόνους όπου νομίζεις πως θα συναντήσεις τον Διγενή, την Αρετούσα και τον Ερωτόκριτο, η ρίμα της μαγική!

 

Τελευταίο, στη σειρά μόνο,  το διήγημα της Μαργαρίτας Μυλωνάκη- Κοντογιάννη:

«Έρχονται»

<< Έρχονται, έρχονται , φυλαχτείτε, άνθρωποι σώστε τα παιδιά σας ! >>  Λιτό, περιεκτικό, διαχρονικό, όσον αφορά τη θεματολογία του. Η μοίρα των προσφύγων, τότε, ένα καραβάνι απελπισμένων ανθρώπων διαβαίνει βουνά, κι άλλα βουνά, θάλασσες κι άλλες θάλασσες, μπαίνουν σε ‘ τρύπιες βάρκες’ μωρά χάνονται, ζωντανοί θρηνούν για τους χαμένους.

Αναζητούν καινούργιες πατρίδες, οι ντόπιοι τους φοβούνται, << Θέλει ο άνθρωπος το χώρο του, να μην αλλάξουν τα καθημερινά του βήματα από ένα τσούρμο καταφρονημένων ανθρώπων. >>

Μα πάντα υπάρχει μια όαση, κάποιος θα βρεθεί να προσφέρει ένα ποτήρι νερό, μια μπουκιά ψωμί. Να ζωντανέψει η αποθαμένη ελπίδα, να μοσχοβολήσει ο βασιλικός στη γλάστρα. Η ιστορία παλιά όσο και σύγχρονη, το διήγημα γράφτηκε για το τότε, αλλά από την πρώτη ως την τελευταία λέξη θαρρείς πως μιλάει για το σήμερα.

 

Προηγούμενο άρθροΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ «ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ: ΚΟΙΝΟΣ ΤΟΠΟΣ»
Επόμενο άρθροREWORKS FESTIVAL ΣΤΟ SONAR
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.