«ΞΑΝΑΓΙΝΕ ΤΡΕΙΣ…»: ΜΙΑ ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΗ ΨΥΧΙΚΗ ΧΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

0
1303

prantzios
Γράφει η Νάγια Κωστοπούλου / υπεύθυνη Λεσχών ανάγνωσης Δυτικής Αττικής

«η ηδονή και η δράση κάνουν το χρόνο να φαίνεται λιγότερος»
«ο χρόνος δαμάζει, λεηλατεί και συνεχώς αναιρεί»
«ο χρόνος είναι η χρυσαλλίδα της αιωνιότητας»
Μέσα από το μυθιστόρημα «Ξανάγινε τρεις…», ο συγγραφέας Πασχάλης Πράντζιος ορίζει το δικό του φιλοσοφικό αξίωμα περί της χάσης χρόνου. Ορίζει τη δική του φιλοσοφική θεώρηση περί της οδύσσειας ψυχής. Ορίζει την δική του φιλοσοφική μελέτη περί του πεπρωμένου, του μοιραίου, του αναπόφευκτου της ζωής, τοποθετώντας μας σε μία διαδρομή που περιστρέφεται ακατάπαυστα προς τον έσω κόσμο των ηρώων του, ξεσηκώνοντας όλες τις θύελλες κι όλους τους ανέμους τους. Η νιότη; Η ψυχή; Η μνήμη; Η ζωή; Το ταξίδι.
Σκηνή στο καφενείο, σκηνή τρίτη. Λητώ, Λευτέρης, Αντίνοος.
Σκηνή στο καφενείο, σκηνή τρίτη. Χάρμπω, Χρόνος, Χάση.
Τρεις ήρωες, τρεις πορείες, τρία όνειρα ξηλωμένα. Τρείς άνθρωποι που αναζητούν να ζήσουν τα δικά τους θέλω στον δικό τους χώρο και χρόνο. Στον δικό τους κόσμο. Κι ένας Μάης λιποτάκτης, ένα Παρισινό μπιστρό, μια γυναίκα, δύο άντρες κι ένα πράσινο φεγγάρι, που μπερδεύει τα νήματα και τα μαζεύει σ’ ένα και μόνο ονειρικό κουβάρι- κρεβάτι, μέχρι που να επιστρέψει η άχαρη χάση του κι όλα πια να μπερδευτούν στους άχρονους δείκτες του απευκταίου παρόντος.
«Ξανάγινε τρεις…». Νησιά και θαλασσινοί δρόμοι. Άνθρωποι και ανθρωπάκια. Νόμοι και εγκλήματα. Δίκαιοι και άδικοι. Θεοί και δαίμονες.
Κι εκεί ΞΑΝΑΓΙΝΕ και ΞΑΝΑΓΙΝΕ και Ξανάγινε ΤΡΕΙΣ… Τι όμορφο παιχνίδι αυτός ο ευφυέστατος τίτλος! Σαν παραμύθι. Σαν «κακό» παραμύθι με στοιχειά και δαίμονες, με φρουρούς και αφέντες. Σαν ειρωνεία, σαν ξεγέλασμα, σαν ένα περιπαιχτικό σχόλιο, σαν πικρό αστείο, έτσι θέλει να μας εισαγάγει, περίεργα, να μας προετοιμάσει για το τι θα ακολουθήσει. Κι έτσι μ’ αυτή την συναισθηματική τρικλοποδιά – προδιάθεση, ξεκινά ο δημιουργός για να μας αφηγηθεί μια σκληρή ιστορία με άκρα σουρεαλιστική διάθεση, μια ιστορία που δεν σταματά επ’ ουδενί να μας εκπλήσσει ως την τελευταία λέξη του βιβλίου.
Το «Ξανάγινε τρεις…» είναι μια επιβεβλημένη ψυχική χάση χρόνου. Είναι μια αναγκαία ανάσα απέναντι στη στέρηση, στην αγανάκτηση, στο θυμό, στην οργή, στην εκδίκηση. Είναι μια κραυγή απόγνωσης για την αλήθεια και την ελευθερία, την επιθυμία και την αγάπη, τη σκέψη και την ψυχή. Δεν φαντάζει όμορφο. Μα ίσως να ’ναι αληθινό. Κι ο στόχος; Επιτυγχάνεται ο στόχος; Επιτυγχάνεται το αυτεξούσιο του αναγνώστη. Επιτυγχάνεται μια κοσμική ισορροπία. Επιτυγχάνεται, γιατί ο δημιουργός καταφέρνει να μας κινητοποιήσει δραστικά και άμεσα.
Το έργο του Πασχάλη Πράντζιου χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την μελέτη του, επειδή κινείται σε παράλληλους κόσμους και χρόνους. Και επ’ αυτού άριστα κρίνεται, φυσικά, η δεινότητα της γραφίδας του, διαφαίνεται το ύφος του και ορίζεται ο ρυθμός του. Σαν ελεγεία, σαν δοκίμιο, σαν μελέτη υποβόσκουν οι ερωτήσεις και διαφαίνονται οι αμφιβολίες του. Νομοτελειακές αρχές μα και χιλιάδες αμφίσημες ιδεοληψίες, στηρίζουν τις ζωές των ηρώων που καθορίζει ο ίδιος ο συγγραφέας σε μεγάλο βαθμό, οριοθετώντας το έργο του χωρίς να αυτοτραυματίζεται από τις επιμέρους ελευθεριότητες και αυτονομίες των ηρώων του.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται με διάθεση σκωπτική, ειρωνική, προτρέποντας τον αναγνώστη να παρατηρεί μέσα από τις εναλλαγές των αφηγηματικών αλλαγών και των μικροπερίοδων διαλόγων την εξέλιξη της. Και σ’ αυτή την αφηγηματική διαδρομή προβάλλεται ο ήρωας της συντροφιάς, ο Αντίνοος, ο σκελετός συμβολικά μα και τεχνικά, που κυριαρχεί κατά μήκος σ’ όλο το πόνημα και που στην ουσία κρατά τα νήματα – σκήπτρα σε όλη την διαδρομή του έργου, χωρίς να κατανοεί πως στην ουσία καταδιώκοντας τους έτερους, καταδιώκει πρωτίστως τον εαυτό του. Οι ενέργειες, οι αντιλήψεις του, οι σκέψεις του και οι πράξεις του, τείνουν να προβληματίσουν, να οργίσουν και ενίοτε να σοκάρουν τον αναγνώστη. Με την ρεαλιστικότατη απόδοση του συγγραφέα και με την επιδέξια πένα του, χειραγωγεί όλα τα είδη του γραπτού λόγου για να αποδώσει το άριστο.
Ο δημιουργός Πασχάλης Πράντζιος καταφέρνει ως το τέλος να διατηρεί μια στάση ουδέτερη, καθώς επιθυμεί να λειτουργήσει η ελεύθερη βούληση –το αυτεξούσιο- του αναγνώστη του, προβάλλοντας πάνω στις γραμματοσειρές του τα δικά του αυθόρμητα ένστικτα και πρωτόλεια αισθήματα, που θα συνταξιδεύσουν παράλληλα με εκείνα των ηρώων του. Εκπληκτικό εγχείρημα. Και πώς το κατορθώνει;
Φαίνεται εύκολο, μα χρειάζεται γνώση και τεχνική κατάρτιση να μπορείς να αξιοποιείς και να προσλαμβάνεις όλα τα είδη του γραπτού λόγου σε ένα κείμενο. Και στο «Ξανάγινε τρεις…» όλα ρέουν σε πλήρη αρμονία και σύμπνοια. Και ασφαλώς έχουν τη σημασία τους οι αλλαγές αυτές του λόγου, διότι συντελούν στο να σηματοδοτούν τα όρια του λογικού απ’ το παράλογο. Τα όρια του πνεύματος. Τα όρια της ψυχής. Το φαντασιακό από το πραγματικό. Το όνειρο από το ζών αισθητό.
Μα κι εδώ ακριβώς φαίνεται να θέλει κάτι ακόμη παραπάνω να προσλάβει και να καταθέσει ο εν αγωνία δημιουργός, διότι παρεμβάλλεται ο λυρισμός. Εκεί, στην κορύφωση του αναγνωστικού λαμβανόμενου συναισθήματος αλλάζει και πάλι ο λόγος και στήνεται μια σκηνή, στήνεται ολοκάθαρα ένα θεατρικό δρώμενο εμπρός μας.
Εκπληκτικό τέχνασμα. Μια ανάσα. Ένα νέο τοπίο. Ένας άλλος ορίζοντας. Ο δημιουργός του έργου μάς συναισθάνεται, εκεί δίπλα μας βρίσκεται κι ο συγγραφέας, μα ως αναγνώστης. Υποφέρει μαζί μας. Είναι και για εκείνον μια ταραγμένη και αγωνιώδη περιπλάνηση τούτη η ιστορία. Πανέξυπνο εύρημα. Σαν λογοτεχνικό μυστικό. Και πάλι η ιστορία να κορυφώνεται παράλληλα τρέχοντας όλο και σε πιο σκοτεινά μονοπάτια.
Και τότε, λαμβάνει χώρα ο λυρισμός. Όπου λυρισμός, συνεπάγεται η κορύφωση του πόνου. Ένας λυρισμός σαν ήχος από βαρύ κρουστό όργανο, να επισφραγίσει το μέγιστο ύψος και βάθος του ανθρώπινου μάταιου. Εκεί που το αέναο ουρλιαχτό ζητά μια συντροφιά να ακουμπήσει, να ξαποστάσει. Να βρει φως, να χρωματιστεί. Πόση δυναμική, πόση αυτονομία αποκτά το δρώμενο, πόσο υπέροχα διαγράφει την δική του πορεία σε σχέση με το υπόλοιπο κείμενο! Οι είκοσι τρεις παρεμβαλλόμενες θεατρικές σκηνές σε τακτά διαστήματα, κρατούν σε εγρήγορση τον αναγνώστη, καθώς προσάπτουν κίνηση, ρυθμό και ένταση στο κείμενο που διακλαδίζεται παράλληλα σαν λεκτικό ψηφιδωτό σμιλεύοντας την ολοκλήρωση της ιστορίας και παράλληλα λύνοντας σιγά σιγά τις οποιεσδήποτε απορίες του. Κι όπου θεατρικός λόγος συνεπάγεται η μέγιστη απόδοση του εσωτερικού συνειδησιακού λαβυρίνθου του εκάστοτε πρωταγωνιστή, κυρίως του Αντίνοου, μεταφέροντας αντίστροφα το χρόνο από το παρόν στο παρελθόν, και παράγοντας αλλεπάλληλα ουρλιαχτά, που καταλήγουν πάντα σε πνιγηρούς άηχους ολοκληρωτικούς θρήνους που αφοπλίζουν κάθε αίσθηση.
Η συνείδηση του Αντίνοου. Αυτή που αποτελεί τον βασικό κορμό και ιστό του έργου. Εκεί που στο ίδιο άδειο καφενείο, την ίδια πάντα ημέρα, την ίδια ώρα, οι ερινύες ξεπηδούν άλλοτε για να πιούν, άλλοτε για να χορέψουν κι άλλοτε για να ακούσουν τους άνεμους που ξεσπούν ολόγυρα. Της ολοκληρωτικής πνευματικής και ψυχικής κατάρρευσης. Μα καθώς η ιστορία ξετυλίγεται και το χρώμα που κυριαρχεί είναι το βαρύ γκρίζο, επεμβαίνει να το λειάνει με ένα ακόμη τέχνασμα στην γραφή του. Ο λόγος αλλάζει, λειαίνεται, αφαιρείται, γίνεται ποιητικός.

Ο ποιητικός λόγος που είναι η φωνή της ψυχής, η φωνή του ίδιου του συγγραφέα που παρεμβάλλεται δια στόματος της ηρωίδας του Λητούς, ανασύροντας και ανακαλώντας τον ανέλπιδο πόνο μιας κοσμικής λύτρωσης, μιας άδολης αγάπης, καθώς όλα συντρίβονται κάτω από την κοινωνική βαρβαρότητα. Η τρυφερή φωνή των συναισθημάτων των ονείρων, των γήινων χρωμάτων της ευτυχίας. Το γαλάζιο της ελευθερίας. Το κόκκινο του πάθους. Κατακερματίστηκαν όλα. Η Λητώ, αυτό το σύμβολο της εσωτερικής μας κοσμογονίας, που τελικά δεν άντεξε.
Κι η Χάρμπω η μάγισσα, η μοίρα, η λύτρωση. Αυτή η άγρια όψη του εαυτού μας, η πρωτόλεια κυτταρική δομή μας που πάντα έχει έναν λόγο στην ζωή μας. Αυτή η αναφορά μας, που φέρνει τόσο μπέρδεμα στους χρόνους, τόσο ανακάτωμα στις σκέψεις, τόσο πόνο στην ψυχή. Η παρουσία του Αόριστου Κόσμου, του Αόριστου χρόνου, γίνεται ο Ενεστώτας της κάθε στιγμής του καθενός μας και παράλληλα και του Αντίνοου.
Κι ύστερα ακολουθεί ο Λευτέρης. Μια καταδικασμένη ελευθερία εξ αρχής. Πόσο ειρωνικό φαντάζει αρχικά τ’ όνομά του! Η οικογένεια, η ιερή οικογένεια που με ευκολία υψώνει φυλακές και ορίζει τις μοίρες των μελών της κατά πώς βουλεύεται ο πιο ισχυρός που την ορίζει. Πάντα υπάρχει ένας σατράπης γονέας να φορεί τους δικούς του αξιακούς κανόνες πάνω στα κορμιά των μελών του. Ο Λευτέρης, ο φίλος, ο αδερφός, η ανοιχτή πληγή του Αντίνοου. Αυτός που απεικονίζει την αγάπη, τη λατρεία, τη φιλία, τα θέλω και τα όσα μπορώ και μου πρέπουν να τα ζήσω. Αυτός που τελικά υποτάσσει τις κραυγές. Αυτός που τελικά υπερβαίνει τον πόνο. Αυτός που τελικά ελευθερώνεται από τους βιασμούς και τους ψιθύρους της ιδιωτικής του ερήμου. Το αντίπαλο δέος του Αντίνοου.
Ο συγγραφέας συμπεριφέρεται περισσότερο ως πολιτικό ον, κατά τον Αριστοτέλη ο όρος, παρά σαν συγγραφέας. Ο συγγραφέας στο βιβλίο «Ξανάγινε τρεις…» καλείται να μας αφυπνίσει, να μας παροτρύνει, να μας ξεσηκώσει. Γυρεύει απεγνωσμένα να αποδοθεί δικαιοσύνη, χωρίς να νοιάζεται με ποιόν τρόπο. Μας γνωστοποιεί πως οι κοινωνικοί και οι ηθικοί νόμοι καθορίζονται πάντα με διαφορετικό τρόπο, μα το αποτέλεσμα που θα φέρει την γαλήνη έχει τον τελευταίο λόγο. Παράλληλα, μας καταδεικνύει πως πρώτο ρόλο στην ζωή μας έχει ο θυμικός μας εαυτός κι ύστερα έπονται τα υπόλοιπα. Η Μόρφωση, η Κοινωνική καταξίωση, η Οικονομική Άνεση επηρεάζουν μόνο μια φλουδίτσα από το όλο, από τον έσω κόσμο μας. Είναι απλά μια στιγμή στο κατώφλι της προσωπικότητάς μας. Όλα καθορίζονται εκεί, στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Λίγοι στάθηκαν τυχεροί τελικά. Ναι, αυτό πραγματεύεται ο Πασχάλης Πράντζιος στο έργο του. Λίγοι στάθηκαν τυχεροί ως το τέλος. Μα πάντα υπάρχει η δική σου ανάσα, το δικό σου βήμα, η δική σου απόφαση να δράσεις και που σαν το αντιληφθείς, όλα αλλάζουν. Και τότε η Χάρμπω κρύβεται πάλι στην σπηλιά της. Ο Αντίνοος μπορεί επιτέλους να θάψει με τιμές την μητέρα, την αγαπημένη του, τον αδερφό του, το παιδί του, και τον μισό Αντίνοο εαυτό του.
Σκηνή στο καφενείο, σκηνή 24η. Διαβάζω κι οι σκέψεις μου βγάζουν φωνή: Σ’ ακούω Αντίνοε. Δεν ξέρω αν σ’ αγάπησα ή αν σε μίσησα. Σ ακούω και σε βλέπω. Κοντά στο παράθυρο καθισμένος αυτή την ώρα, στο καφενείο, ολομόναχος αγκαλιάζοντας τις δύο άδειες καρέκλες, ντυμένος από το φως του πράσινου φεγγαριού να τραγουδάς με νοσταλγία, τα ίδια πάντα λόγια, ξανά και ξανά.
«Χορεύουμε; Είναι πράσινο στ’ αλήθεια απόψε το φεγγάρι».
«Σ αγαπώ».
Δεν πειράζει πια, που ξανάγινε τρείς.

Προηγούμενο άρθροΞΕΚΙΝΑ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 2016
Επόμενο άρθρο«ΤΟ ΔΩΡΟ» ΑΠΟ TO Κ.Θ.Β.Ε. ΣΤΑ ΘΕΡΜΗΣ ΔΡΩΜΕΝΑ
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.