«Αυστηρή εντολή»

0
1222

Αντώνη, δικό σου και αυτό· γιατί το περίμενες.

Άννα, για σένα· γιατί είσαι εδώ. 

 

«… το σπουδαίο δεν είναι ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας,

ονειροπολώντας μιαν άλλη πιο ενδιαφέρουσα,

αλλά να κάνουμε να λαλήσει τούτη τη ζωή,

όπως μας δόθηκε, την καθημερινή, την ταπεινή, την ανθρώπινη,

όπου το καθετί που μπορούσε να γυρέψουμε πρέπει να υπάρχει…»

Μέρες Α΄

Γιώργος Σεφέρης

Της Φανής Ματσινοπούλου

Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Λίγο ακόμη και θα εκσφενδονιζόταν έξω από το σώμα της. Τα πόδια της έτρεμαν. Την είχε λούσει κρύος ιδρώτας, χειμώνα καιρό! Αυτή, όμως, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Απόψε. Τώρα!

Αν δεν το έκανε τώρα, δεν θα το έκανε ποτέ. Τόσον καιρό έβραζε μέσα της ο θυμός και η λαχτάρα της. Ο κόμπος τής έσφιγγε τον λαιμό όλο και περισσότερο. Σήμερα λοιπόν, το βραδάκι. Μετά το φαγητό και πριν από τον ύπνο.

Όλα έμοιαζαν βολικά. Ο φύλακας ήταν έξω, όπως κάθε βράδυ. Στην κουζίνα η μαγείρισσα ετοίμαζε τα γεύματα της επόμενης ημέρας και η καθαρίστρια συμμάζευε. Η νοσοκόμα του ορόφου έλειπε εκτάκτως. Αυτό ήταν πολύ καλό. Θα αργούσε να γυρίσει. Οι δύο κοπέλες του άλλου θαλάμου είχαν ήδη μπει μέσα και ετοίμαζαν τα παιδιά για ύπνο. Η δική της βοηθός, άρρωστη στο σπίτι με γρίπη. Αυτό ήταν το καλύτερο. Μόνη της έπρεπε να εκτελέσει απόψε το σχέδιό της. Και αυτό φυσικά την εξυπηρετούσε.

Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Λίγο ακόμη και θα εκσφενδονιζόταν έξω από το σώμα της. Τα πόδια της έτρεμαν. Την είχε λούσει κρύος ιδρώτας, χειμώνα καιρό! Αυτή, όμως, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Απόψε. Τώρα!

Περίμενε υπομονετικά έξω από το γραφείο τής προϊσταμένης. Από τη σχολή, της είχανε δώσει τις κατάλληλες συμβουλές για τη συνέντευξη. Να είναι σοβαρή και μετρημένη, περιποιημένη χωρίς υπερβολές και να απαντάει αυστηρά μόνο σε ό,τι θα τη ρωτούσαν. Κρατούσε στο χέρι της το βιογραφικό της σημείωμα. Μια σελίδα όλο κι όλο. Δεν είχε εργασθεί ξανά, εκτός από το εξάμηνο της πρακτικής της. Αυτή θα ήταν η πρώτη της δουλειά, αφότου τελείωσε το δημόσιο ΙΕΚ Βρεφονηπιοκομίας. Εκείνη βέβαια, ήθελε να γίνει νηπιαγωγός, αυτό ονειρευόταν. Αλλά δυστυχώς, δεν τα κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο. Έτσι, συμβιβάστηκε, προσωρινά όμως, με το δημόσιο ΙΕΚ Βρεφονηπιοκομίας. Γιατί ήταν αποφασισμένη να μελετήσει ξανά και να δώσει πάλι εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Δεν έκανε πίσω με τίποτα! Κι αυτή τη φορά θα τα κατάφερνε.

Η αγάπη της για τα παιδιά ήταν μεγάλη, απέραντη. Μία συγκίνηση, μία τρυφερότητα την πλημμύριζε κάθε φορά που έβλεπε παιδιά. Δάκρυα της έρχονταν όταν έβλεπε στις ειδήσεις παιδιά να υποφέρουν. Είχε ονειρευτεί να περάσει όλη της τη ζωή κοντά τους. Να τους δώσει ό,τι πιο όμορφο είχε μέσα της. Να γίνει μια μεγάλη αγκαλιά για όλα τα παιδιά του κόσμου. Και φυσικά κάποια στιγμή, ν’ αποκτήσει τα δικά της. Και μάλιστα πολλά!

– Είμαστε ένα αυστηρό και σοβαρό ίδρυμα, της ξεκαθάρισε. Εργαζόμαστε υπεύθυνα, σκληρά και αδιάκοπα. Το έργο μας είναι θεάρεστο αλλά βαρύ. Τηρούμε τους κανόνες και τις εντολές με αφοσίωση, αυστηρότητα και θρησκευτική ευλάβεια. Παρεκτροπές δεν γίνονται δεκτές και είναι ασυγχώρητες. Και γι’ αυτό είμαι υπεύθυνη εγώ! Διαφορετικά, το ίδρυμα αυτό θα καταρρεύσει!

Η κυρία Ασπασία. Με περισσή σοβαρότητα, αυστηρό επαγγελματισμό και μία μόνιμη ξινίλα στο πρόσωπο. Κοντούλα, παχουλή, ακαθορίστου ηλικίας. Πάντως, τα είχε τα χρονάκια της. Πρόσωπο στριφνό, αγέλαστο και άχρωμο· χείλια σχεδόν ανύπαρκτα. Με γκρίζα μαλλιά, πιασμένα πίσω σε αυστηρό κότσο. Τεράστια γυαλιά με κοκκάλινο σκελετό. Ντύσιμο συντηρητικό, παλαιομοδίτικο. Όση ώρα μιλούσε, η έκφραση του προσώπου της παρέμεινε η ίδια.  Τα δάκτυλα των χεριών της ακουμπισμένα πάνω στο γραφείο, σφιχτά πλεγμένα.

Την άκουγε με προσοχή,  μαγκωμένη, στρέφοντας πότε-πότε το βλέμμα της στους γκρίζους τοίχους. Δαγκώνοντας κάθε τόσο το κάτω χείλος της. Απαντούσε χαμηλόφωνα σε ό,τι τη ρωτούσε και σχεδόν μονολεκτικά. Φοβόταν μήπως της ξεφύγει κάτι που δεν έπρεπε.

Στο τέλος, η κυρία Ασπασία της είπε:

– Θα ολοκληρώσω τις συνεντεύξεις μου, θα σκεφθώ και θα σε ειδοποιήσουμε στις αρχές της άλλης εβδομάδας. Πήγαινε τώρα και πες στην επόμενη να περάσει.

Έδωσε το χέρι της. Ευχαρίστησε δειλά και βγήκε έξω. Βγαίνοντας, πρόσεξε παντού στους γκρίζους τοίχους την επαναλαμβανόμενη πινακίδα:

ΑΥΣΤΗΡΗ ΕΝΤΟΛΗ

Οι υπάλληλοι όλων των ειδικοτήτων, ανεξαιρέτως, εισέρχονται στους θαλάμους των παιδιών φορώντας πάντα μάσκα και αποστειρωμένα γάντια. Ειδικά, οι βρεφοκόμοι και οι νοσηλεύτριες οφείλουν να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές και να αγγίζουν τα παιδιά μόνο όταν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την ασφαλή νοσηλεία τους.  Οι παραβάτες θα τιμωρούνται αυστηρά.

Εκ της Διευθύνσεως

Την ήθελε πολύ αυτή τη δουλειά στο ίδρυμα με τους γκρίζους τοίχους.

Ίδρυμα για παιδιά και βρέφη, ορφανά ή εγκαταλελειμμένα που έπασχαν από λοιμώδη νοσήματα. Αυτό ήταν το μικρό ίδρυμα-κλινική που διηύθυνε με υποδειγματική αφοσίωση και αυστηρότητα η κυρία Ασπασία. Το έργο της ήταν δύσκολο και σοβαρό. Δεν επιδεχόταν συναισθηματισμούς. Και γι’ αυτό, χάρη στον δυναμισμό και την ισχυρή της προσωπικότητα, έβγαινε εις πέρας με τον καλύτερο τρόπο. Αυστηρές εντολές, απαράβατοι κανόνες, συμμόρφωση στις οδηγίες των γιατρών και των υψηλά ισταμένων ώστε κάποια από τα παιδιά, εάν το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας τους, να επιστρέφουν μια μέρα στα ορφανοτροφεία τους. Γιατί δυστυχώς, υπήρχαν και μερικά που δεν επέστρεφαν ποτέ. Αυτά που πήγαιναν το μεγάλο, χωρίς επιστροφή ταξίδι…

Όταν την επόμενη εβδομάδα ήρθε η θετική απάντηση, πανηγύρισε με την αδελφή της. Αγκαλιασμένες χοροπηδούσαν μέσα στο μικρό τους διαμέρισμα στην Κυψέλη.

– Είδες μικρούλα που τα κατάφερες; της έλεγε η μεγάλη της αδελφή. Είδες, που φοβόσουνα πως δε θα σε πάρουνε; Σου λέω, παιδί μου, πρέπει να σκέφτεσαι θετικά. Γιατί δηλαδή να μην πάρουν εσένα; Οι άλλες καλύτερες είναι; Λοιπόν, σήμερα κερνάω παγωτό σικάγο στο Select· με τον πρώτο μισθό κερνάς ποτό στο Θησείο.

– Και θα πάρω επιτέλους το κίτρινο παλτό που βλέπω τόσο καιρό στην Πατησίων!

Αγαπημένες και κολλητές. Στήριγμα η μία για την άλλη  από τότε που έχασαν τους γονείς τους σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Μεγαλωμένες μέχρι τα δεκαοχτώ τους σε ορφανοτροφείο, πάντα κοντά η μία στην άλλη. Η Μαρία να προσέχει πάντα τη μικρή της ευαίσθητη, την «εύθραυστη», όπως την αποκαλούσε, αδελφή της. Δυο δουλειές η Μαρία για να τα καταφέρουν. Πωλήτρια σε κατάστημα παιχνιδιών, ενώ στα ρεπό της φρόντιζε την κυρία Καλλιόπη που έμενε στον αποκάτω όροφο, μόνη, ηλικιωμένη και φιλάσθενη. Έτσι μπόρεσε, με τα χίλια ζόρια, βέβαια, να στηρίξει και τη μικρή της «εύθραυστη» να τελειώσει το δημόσιο ΙΕΚ Βρεφονηπιοκομίας. Και θα συνέχιζε να τη στηρίζει γιατί η μικρή είχε αποφασίσει να δώσει ξανά εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Και δεν έκανε πίσω με τίποτα! Κι αυτή τη φορά θα τα κατάφερνε.

Και τώρα να! Ήρθαν τα καλά τα νέα. Δουλειά μόνιμη για τη μικρή και πολύ καλή μάλιστα. Θα της έλειπε βέβαια, γιατί θα έμενε μέσα στο ίδρυμα τις περισσότερες ημέρες αλλά δεν πείραζε. Στα ρεπό η μικρή θα γυρνούσε στο σπίτι και παρέα στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση, θα έλεγαν τα νέα της εβδομάδας.

Χάρηκε. Χάρηκε πολύ! Την ήθελε πολύ αυτή τη δουλειά. Κι ας ήταν γκρίζοι οι τοίχοι παντού. Γιατί θα ήταν όλη την ημέρα με τα παιδιά που τόσο αγαπούσε. Την ήθελε πολύ αυτή τη δουλειά. Κι ας έβλεπε παντού κρεμασμένη στους γκρίζους τοίχους την πινακίδα με την «ΑΥΣΤΗΡΗ ΕΝΤΟΛΗ».

Μεγαλωμένη η ίδια σε ορφανοτροφείο, ένιωθε πολύ βαθιά μέσα στο πετσί της τι θα πει να είσαι «το παιδί του ιδρύματος» στο σχολείο και τις παρέες. Είχε ακούσει τους ψιθύρους στις παιδικές γιορτές για «το κοριτσάκι του ορφανοτροφείου» αλλά και τις Κασσάνδρες να προβλέπουν «αυτά τα παιδιά, δυστυχώς, πάνε χαμένα». Μα όσο και να την ενοχλούσαν αυτά, δεν ήταν παρά το ελάχιστο μπροστά σ’ αυτό που εκείνη ένιωθε ότι της έλειπε όσο ζούσε στο ορφανοτροφείο. Δεν είχε παράπονο από τους ανθρώπους που τη μεγάλωσαν. Το αντίθετο. Ευγνωμονούσε τη ζωή που κατάφερε και μεγάλωσε εκεί από τότε που έχασε τους γονείς της. Η ίδια και η αδελφή της έζησαν σε ένα ασφαλές περιβάλλον, με όλες τις απαραίτητες φροντίδες. Οι άνθρωποι ήταν καλοί και αγαπούσαν όλα τα παιδιά. Όμως, όπως και να το κάνουμε, δεν υπήρχε η ατμόσφαιρα και η θαλπωρή της οικογένειας.

Και αυτό που της έλειπε πιο πολύ ήταν το άγγιγμα. Το άγγιγμα του χεριού, η ζεστασιά της αγκαλιάς, η μυρωδιά του κορμιού. Το άγγιγμα που γαληνεύει, ηρεμεί και διώχνει μακριά το άγχος και την ένταση. Αυτό που σταματάει τα δάκρυα και μειώνει τον πόνο. Το άγγιγμα που διώχνει τη μοναξιά, που επιδαψιλεύει αγάπη και αφοσίωση. Συνενοχή για ό,τι βαθύ και τρυφερό έχουμε μέσα μας.  Η αφή, αυτή η μοναδική και πρώτη αίσθηση της επαφής του ανθρώπου με τον κόσμο… Όπως όταν, για οποιοδήποτε λόγο, ένας άνθρωπος φεύγει από τη ζωή μας, τα δάκρυα που χύνουμε δεν είναι μόνο, γιατί δεν θα τον ξαναδούμε. Δεν είναι μόνο, γιατί πληγώνει την καθημερινότητά μας. Ο πόνος γίνεται πιο βαθύς όσο σκεφτόμαστε ότι δεν θα τον ξαναγγίξουμε ποτέ πια.

Με τον καιρό διαπίστωσε ότι το ίδρυμα στο οποίο ήρθε να εργασθεί ήταν μία μικρή, φοβισμένη κοινωνία. Μία κοινωνία που φοβόταν το άγγιγμα. Η επαφή με τα παιδιά έπρεπε να περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα· κι ας ήταν εκείνη στον θάλαμο με τις πιο ελαφριές περιπτώσεις. Με τη μάσκα και τα γάντια, αυτά τα δύο φορώντας πάντα, έκανε την καθημερινή περιποίηση των παιδιών. Αυτά φορούσε όταν έπαιζε μαζί τους, ακόμα και όταν τους διάβαζε το παραμύθι κάθε βράδυ προτού κοιμηθούν. Κι αυτά, πολλές φορές, να προσπαθούν να της τραβήξουν τη μάσκα, να δουν επιτέλους το χαμόγελό της. Κι εκείνη να τους λέει, κρατώντας τους απαλά το χέρι:

  • Όχι, Αγγελικούλα! Δεν το πειράζουμε αυτό γιατί θα μας μαλώσουν.

Και τα γάντια πάντα φορώντας, κάθε βράδυ προτού κοιμηθούν, τους έτριβε τις πατούσες για να χαλαρώσουν. Και το πρωί για να ξυπνήσουν τα χάιδευε στις πλάτες. Αλλά αυτά τα γάντια! Να μπορούσε να τα βγάλει, να τα σκίσει, να τα πετάξει και να σφίξει στην αγκαλιά της και τα έξι παιδιά του θαλάμου της. Πώς να το τολμήσει όμως, με μία κυρία Ασπασία επικεφαλής του ιδρύματος;

– Ακούς εκεί, χάδια στα πόδια και στις πλάτες, φώναζε εξαγριωμένη όταν το έμαθε. Αν κάνουμε όλοι έτσι, σε λίγο δε θα μπορούμε να τα συμμαζέψουμε τόσα παιδιά! Κι αυτές οι ιδέες να ζωγραφίσουμε στους τοίχους των θαλάμων πουλάκια, λουλουδάκια και αστεράκια να σου φύγουνε. Εδώ δεν παίζουμε, εργαζόμαστε!

Η κυρία Ασπασία. Κοντούλα, παχουλή, ακαθορίστου ηλικίας και με μία μόνιμη ξινίλα στο πρόσωπο. Η κυρία Ασπασία. Διαπρύσια της θρησκείας, της νηστείας και της προσευχής. Η κυρία Ασπασία. Της τυπολατρίας, των αυστηρών κανόνων και της συνεχούς επίκρισης για όλους και όλα. Έτοιμη να πατάξει και την παραμικρή παρεκτροπή. Αυτά για τους άλλους, βέβαια. Γιατί είχε και αυτή τις αδυναμίες της. Αδυναμίες τις οποίες έκρυβε με επιδεξιότητα, ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό. Έτσι, εν καιρώ νηστείας, κάποια μάτια την είχανε τσακώσει να τσιμπάει την ΙΟΝ αμυγδάλου γάλακτος που είχε επιμελώς κρυμμένη μέσα στο συρτάρι της, κάτω από τα χαρτιά. Για να μην πούμε και το χειρότερο! Που κάποια μέρα, πάλι εν καιρώ νηστείας, η καθαρίστρια βρήκε στο καλαθάκι των αχρήστων το χαρτί από τα πιτόγυρα!

– Ε, σιγά πια, καθησύχαζε τη συνείδησή της. Άνθρωπος είμαι κι εγώ. Δε θα σκάσω κιόλας!

Άνθρωπος, αλλά η κριτική της για όλους και όλα και κυρίως για τα νέα παιδιά και τις σχέσεις των δύο φύλων αμείλικτη. Αδύνατον να δεχτεί αυτή την απαράδεκτη έλλειψη ηθικής που χαρακτηρίζει τη σημερινή νεολαία. Πού, στα δικά της τα χρόνια… Άλλα ήθη…

Έτσι, όταν κάποιο απόγευμα, είδε στη γωνία του δρόμου τα δύο νεαρά παιδιά να φιλιούνται, δεν άντεξε και ξεστόμισε αγανακτισμένη δυνατά:

– Αν είναι δυνατόν! Ντροπή σας πια, μες το δρόμο!

Όταν ο νεαρός την έστειλε να συνουσιαστεί, εκείνη αρχικά υπέστη ένα σοκ. Μήπως δεν άκουσε καλά; Μήπως δεν το είπε για εκείνη; Όταν όμως σιγουρεύτηκε γι’ αυτό που είχε ακούσει, όταν βεβαιώθηκε ότι πράγματι σ’ αυτήν απευθυνόταν, της ήρθε κάτι σαν λιγοθυμιά, κάτι σαν σκοτοδίνη. Μόλις όμως πέρασε το πρώτο σοκ, τότε το είδε αλλιώς το θέμα. Μήπως αυτό που άκουσε ήτανε μία προτροπή, μία συμβουλή ίσως; Μήπως σταλμένη από το σύμπαν ή και, γιατί όχι, κι από τον ίδιο τον Θεό;

Πολύ την βόλεψε αυτή η εκδοχή. Έτσι, ενέδωσε στον κύριο Απόστολο που καιρό τώρα την περιτριγύριζε και τη φλέρταρε. Ο κύριος Απόστολος. Ο μανάβης της γειτονιάς της. Μάλιστα. Ο κύριος Απόστολος. Που της πήγαινε τα ζαρζαβατικά και τα φρουτάκια της στο σπίτι κάθε εβδομάδα και τα άφηνε στην πόρτα της. Κι όλο και προσπαθούσε να μπει λίγο πιο μέσα. Μα πού να τον αφήσει η κυρία Ασπασία με το κοφτερό της το βλέμμα. Αν είναι δυνατόν, παντρεμένος άνθρωπος!

– Αχ, τα φρουτάκια μου! Πολύ σας ευχαριστώ, κύριε Απόστολε. Τρώω πολλά φρούτα, ξέρετε, γιατί προσπαθώ να χάσω κανένα κιλάκι. Είμαι, βλέπετε, λιγάκι παχουλή.

– Εσείς παχουλή, κυρία Ασπασία μου; Μα, τι λέτε τώρα; Εσείς είστε απλώς ζουμερή και λαχταριστή σαν καρπουζάκι. Αχ, και να ερχόμουνα μέσα να με δροσίσετε!

Χριστός και Παναγία!

Για να μην ξεχνιόμαστε!

Κι έτσι έγινε το καρπουζάκι του. Κι αυτός έγινε ο Τόλης της. Το Απόστολος δεν της άρεσε καθόλου, στο έβρισκε εντελώς παρωχημένο και μπανάλ. Να προοδεύουμε και λίγο. Τόλης, πιο μοντέρνο, όπως και να το κάνουμε. Έδεσε με τον καιρό η παράνομη σχέση για να εξελιχθεί σε χείμαρρο δροσιάς.

– Και τι θα γίνει, βρε Τόλη μου, μ’ αυτή τη γυναίκα σου επιτέλους; Ώσπου να πεθάνει αυτή, θα τον βγάλω εγώ τον καρκίνο στο τέλος. Δεν φαντάζομαι να μην είναι άρρωστη και να με κοροϊδεύεις… Αλίμονό σου, κακομοίρη μου!

 

Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Λίγο ακόμη και θα εκσφενδονιζόταν έξω από το σώμα της. Τα πόδια της έτρεμαν. Την είχε λούσει κρύος ιδρώτας, χειμώνα καιρό! Αυτή, όμως, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Απόψε. Τώρα!

Έκλεισε απαλά την πόρτα, προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Το φως του θαλάμου είχε ήδη χαμηλώσει. Τα παιδιά φορούσαν κιόλας τις πιτζάμες τους. Καθισμένα στη μοκέτα έπαιζαν με τα παιχνίδια τους. Τα κοίταξε με αγάπη και τρυφερότητα. Ο ιδρώτας έσταζε· η καρδιά της χοροπηδούσε. Έριξε το βλέμμα της γύρω στους γκρίζους τοίχους. Πήρε ένα χαρτομάντηλο από την τσέπη της. Σκούπισε τον λαιμό της που ήταν μούσκεμα. Προχώρησε λίγο. Κοντοστάθηκε. Σκούπισε το μέτωπό της. Με το χέρι της πίεσε την καρδιά της· σαν να ήθελε να την κάνει να σταματήσει. Κι αν… Όχι, όχι! Απόψε έπρεπε να το κάνει! Τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Πήγε και κάθισε κοντά στα παιδιά. Με αργές κινήσεις έβγαλε τη μάσκα και την ακούμπησε δίπλα. Τα παιδιά είδαν για πρώτη φορά το χαμόγελό της. Έβγαλε τα γάντια σκίζοντάς τα. Τα ακούμπησε και αυτά δίπλα. Άνοιξε διάπλατα τα χέρια της. Και τα έξι παιδιά, σαν το περίμεναν, όρμησαν στην αγκαλιά της. Ενθουσιασμένα έπεσαν πάνω της. Εκείνη τα χάιδευε, τα γαργαλούσε και τα φιλούσε παντού. Στα χέρια τους, στις πατούσες, στις στρουμπουλές γάμπες και τις κοιλίτσες τους, στα μάγουλα και τις πλάτες τους. Μια διψασμένη αγκαλιά για όλα τα παιδιά «της». Για την Αγγελικούλα και τη Haya. Για τον Μανώλη και τον Δημητράκη. Για τον Orhan και την Κατερίνα. Και για όλα τα παιδιά που θα συναντούσε στη ζωή της.

Έτσι αγκαλιασμένους τους πήρε ο ύπνος. Έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκε το πρωί.

Το επόμενο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι φορώντας κίτρινο παλτό, άνοιξε την πόρτα του ιδρύματος και βγήκε έξω. Στο χέρι της κρατούσε μία μικρή βαλίτσα. Χωρίς να κοιτάξει πίσω, χάθηκε με αργά βήματα μες το σκοτάδι.

Μάιος 2018

Προηγούμενο άρθροΤι, που, πότε θα δούμε στα 53α Δημήτρια
Επόμενο άρθροΜια Κολομβιανή στη Σαλονίκη με τραγούδια της καρδιάς
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here