«Ο Σούη» ή αλλιώς «γίναμε πολλοί για λίγη καλοσύνη»

0
688

Διήγημα της Φανής Ματσινοπούλου

– Πάλι δεν θα ΄ρθεί ο Σούη για καφέ; Ούτε σήμερα; Ποιος ξέρει τι σκαρώνει πάλι … Άμα σας λέω εγώ ότι ο τύπος είναι sui generis, να με ακούτε.

Και έτσι ήταν. Στα 21 του χρόνια είχε ήδη αποκτήσει τον τίτλο του «sui generis» από τις παρέες του. Καλόκαρδο, καλοσυνάτο αλλά ιδιόρρυθμο παιδί. Τη μάνα του την έψηνε και τη λαχταρούσε μέχρι που την έσκαγε. Τη μια γινόταν χορτοφάγος γιατί λυπόταν τα καημένα τα ζωάκια, την άλλη έτρεχε έξω από τα σχολεία να κάνει τον τροχονόμο. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, αντί να πηγαίνει στη θάλασσα με τους φίλους του, πήγαινε και βοηθούσε στις πυρόπληκτες περιοχές  μέχρι που έπαθε κρίση άσθματος κι αυτή τον έτρεχε στα επείγοντα.

Άριστος φοιτητής, από τους πρώτους είχε περάσει στην Ελληνική Φιλολογία. Γι’ αυτό κι η μάνα του τον καμάρωνε κι ας είχε την τρέλα του. Η μεγάλη του αγάπη ήταν το διάβασμα και τα βιβλία. Αντί ν’ αγοράζει tablet ή καινούριο κινητό με το χαρτζιλίκι του, όπως έκαναν όλα τα παιδιά της ηλικίας του, αυτός αγόραζε βιβλία. Βιβλία δώριζε πάντα στους φίλους του κι ας ήξερε ότι εκείνοι θα προτιμούσαν κάτι άλλο. Όταν όλη η παρέα, που μαζευόταν στην καφετέρια, ήταν απασχολημένη μ’ ένα κινητό στο χέρι, αυτός έπιανε κουβέντα με τους διπλανούς ή έβγαζε από την τσέπη του ένα μικρό βιβλιαράκι που είχε πάντα μαζί του και διάβαζε.

Ξεχωριστό, ιδιαίτερο και ανεξάρτητο παιδί. Του άρεσε να ζει έξω από τους καθιερωμένους κανόνες. Με τη δική του άποψη για τη ζωή αλλά πάντα με το χαμόγελο. Γι’ αυτό και από την παρέα του χαρακτηρίστηκε ως «sui generis», που με τον καιρό έγινε «Σούη»· το πραγματικό του όνομα κόντευε να ξεχαστεί πια.

Έτσι κι εκείνο το βροχερό φθινοπωρινό απόγευμα, σκαρφίστηκε την επόμενη «σκανταλιά» του. Φόρεσε ό,τι πιο παλιό και φθαρμένο βρήκε στην ντουλάπα του· έβαλε και τα βρώμικα αθλητικά του παπούτσια.

– Πού πας βρε παιδάκι μου σ’ αυτό το χάλι μες τη βροχή; Βάλε τουλάχιστον ένα αδιάβροχο. Θα κρυώσεις, θα σε πιάσει το άσθμα σου και θα σε τρέχω πάλι.

Με το ζόρι έβαλε και το αδιάβροχο. Η αλήθεια ήταν ότι τον βόλευε γιατί έτσι έχωσε στην τσέπη του και το βιβλιαράκι του, ως συνήθως.

Κίνησε για το κέντρο της Αθήνας περπατώντας. Έφτασε στην Ομόνοια και συνέχισε ανεβαίνοντας την οδό Σταδίου. Κοίταξε γύρω του τη μελαγχολική, βρώμικη Αθήνα. Κλειστά τα περισσότερα μαγαζιά· μια έρημη και πληγωμένη πόλη. Στάθηκε στη συμβολή με την οδό Γεωργίου Σταύρου. Πήρε και το κατάλληλο ύφος και αποπειράθηκε να σταματήσει τον πρώτο περαστικό.

– Συγγνώμη, κύριε. Μήπως μπορώ …

– Όχι, δεν μπορείς, του απάντησε αυτός κοφτά.

Έχει γεμίσει όλη η Αθήνα από δαύτους. Δεν τολμάμε να κάνουμε βήμα και σε κάθε γωνιά είναι κι από ένας τέτοιος.

– Καλησπέρα σας! Θα ήθελα…, επιχείρησε με τον επόμενο περαστικό.

– Όχι, φίλε, άσ΄ το.

Πήξαμε στα πρεζόνια. Δεν θα πληρώνω εγώ τη δόση τους και να συντηρώ την παθογένειά τους. Λυπάμαι, αλλά δεν θα πάρω μέρος σ’ αυτό το παιχνιδάκι. Μα δεν υπάρχει κράτος να τους μαζέψει;

Σε λίγο δύο κυρίες πλησίαζαν παρέα. Καλοντυμένες, όμορφες και χαμογελαστές. Εδώ, κάτι μπορεί να πετύχω, σκέφτηκε ο Σούη.

– Συγγνώμη που ενοχλώ …

– Βρε, άντε από ΄κει, του απάντησε η μία εκνευρισμένη.

Μια χαρά ξέρουνε να τα γεννάνε οι μανάδες τους. Μετά τ’ αμολάνε στην κοινωνία να τα βγάλει αυτή πέρα μαζί τους.

Στον κουστουμαρισμένο τύπο που ακολούθησε δεν πρόλαβε ν’ αρθρώσει λέξη. Κι αυτός δεν του μίλησε καν. Σήκωσε το αριστερό του φρύδι, χαμογέλασε ειρωνικά, του έγνεψε με το κεφάλι αρνητικά κι απομακρύνθηκε βιαστικός.

Εγώ δεν θα χρηματοδοτώ τον κάθε τεμπέλη. Εγώ εργάζομαι δώδεκα ώρες την ημέρα και στην ηλικία του έστειβα την πέτρα. Να πάει να δουλέψει· τόσες δουλειές υπάρχουν.

– Μην κουράζεσαι αγόρι μου, άκουσε μια γυναικεία φωνή δίπλα του. Έχουμε γίνει πολλοί κι ο κόσμος δεν δίνει πια σημασία.

Γύρισε το κεφάλι του και είδε μια ρακένδυτη γυναίκα, απροσδιόριστης ηλικίας, χωμένη κάτω από ένα μεγάλο χαρτόκουτο. Δεν την είχε προσέξει γιατί το «σπιτικό» της ήταν στημένο μέσα στην εσοχή που σχημάτιζε η είσοδος ενός καταστήματος που δεν λειτουργούσε πια· όπως και πολλά καταστήματα στο κέντρο της Αθήνας αυτή την εποχή της κρίσης. Δίπλα της δυο κουβέρτες, ένα μπουκαλάκι με νερό κι ένα πλαστικό ποτήρι άδειο, αφού κανείς εδώ και αρκετή ώρα δεν είχε καταθέσει τον οβολό του.

Την πλησίασε διστακτικά και τη ρώτησε:

– Πώς σε λένε;

– Ιωάννα και κάποτε είχα δικό μου μαγαζί στην Πατησίων. Όμως έμαθα καλά τι θα πει δρόμος, γι’ αυτό σου λέω ότι περιμένεις άδικα. Είναι και δύσκολη μέρα σήμερα με το ψιλόβροχο.

– Μα εγώ, Ιωάννα, δεν περιμένω τόση ώρα για να μου δώσουν αυτοί κάτι. Εγώ, θέλω να τους προσφέρω αυτό, της εξήγησε και έβγαλε από την τσέπη του το βιβλιαράκι του. Αφού όμως δεν το θέλουν αυτοί, πάρτο εσύ, μπορεί να σου αρέσει.

– Ω! «Ο Μικρός Πρίγκιπας», φώναξε χαμογελώντας. Σ’ ευχαριστώ. Καταλαβαίνω γιατί θέλεις να τους το δώσεις. Καταλαβαίνω και γιατί δεν σου δίνουν καμία σημασία. «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια» * Το αγαπημένο μου βιβλίο. Το είχα κάποτε στη βιβλιοθήκη  του σπιτιού μου. Το σπίτι όμως το πήραν οι τράπεζες, έχασα τα πάντα. Έκανα, βέβαια, κι εγώ τα λάθη μου.

– Αν θέλεις, μπορώ να σου φέρω κι άλλα.

–  Να μου φέρεις. Τα ανταλλάσσουμε οι άστεγοι μεταξύ μας· οπότε, αν δεν βρίσκεις εμένα, μπορείς να το δίνεις σ’ όποιον συναντάς και κάποια στιγμή θα φτάσει και στα χέρια μου. Με το φαγητό τα βολεύουμε. Λίγο ο κόσμος, λίγο…

* «Ο Μικρός Πρίγκιπας», Antoine de SaintExupéry, μετάφραση Στρατής Τσίρκας, εκδόσεις «Ηριδανός»

…το συσσίτιο, τα καταφέρνουμε. Αλλά το βιβλίο είναι που σου κρατάει συντροφιά στη μοναξιά αυτής της πόλης. Δεν μου είπες, πώς σε λένε;

– Οι φίλοι μου με φωνάζουνε Σούη.

– Σ΄ευχαριστώ! Καληνύχτα, Σούη!

Προηγούμενο άρθροΓιορτινός Δεκέμβριος στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα!
Επόμενο άρθροΘέατρο/ «ΒΙΝΥΛΙΟ» της Άννας Μιχελή
Τι είναι το thinkfree; Καλή ερώτηση. Μια παρέα, έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνεχίζει, που θέλει να ποστάρει χωρίς περιορισμούς ό,τι την ευχαριστεί. Ό,τι γράφει ή ό,τι διαβάζει. Στο thinkfree δίνουμε το λόγο στους ανθρώπους του πολιτισμού μέσα από τη δραστηριότητά τους, αναδεικνύουμε νέα πρόσωπα με κοινό χαρακτηριστικό τη θετική σκέψη (think positive) και τη δημιουργικότητα σε κάθε τομέα και χώρο (πολιτιστικό, επιχειρηματικό, επιστημονικό κ.ά.), φιλοξενούμε ελεύθερα (write free) τεκμηριωμένες απόψεις για θέματα πολιτικής πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνίας, οικολογίας και αστικού περιβάλλοντος, αρχιτεκτονικής και υγιεινής ζωής. Το thinkfree είναι κι ένα διπλό πείραμα: σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που το στηρίζουν, αλλά και δημιουργίας ενός no budget ηλεκτρονικού περιοδικού (e-magazine). Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο ότι μακροημερεύουμε χωρίς δυσκολία! Με σεβασμό και εκτίμηση, με αγάπη γι' αυτό που κάνουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.