Tίποτα δεν θα ήθελες να ξέρεις για την εποχή μας Νικόλαε Πλαστήρα!

2
893

NPLASTIRASΓράφει ο Θέμης Παρλαβάντζας / [email protected]

Άνοιξα με δυσκολία τη βαριά σκεβρωμένη ξύλινη πόρτα του ξενοδοχείου. Δεν έκλεισε πίσω μου. Η υγρασία χρόνων είχε ποτίσει κάθε εκατοστό της, έτσι που η βάση έβρισκε στο δάπεδο. Το όνομα του ξενοδοχείου Νικόλαος Πλαστήρας, στο χωριό Νεράιδα πάνω από τη Λίμνη που φέρει το όνομά του. Δεν υπήρχε κάποιος στη ρεσεψιόν κι έτσι έμεινα για λίγο να κοιτάζω τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που στόλιζαν τους τοίχους. Το μάτι μου σκάλωσε εύκολα σε μια μεγάλη, μεγεθυμένη, με τον Πλαστήρα να σέρνει τον χορό, ανάμεσα σε φίλους συντοπίτες. Έμεινα για λίγο απορροφημένος απ’ την πατίνα του χρόνου και τον λεβέντη, πατριώτη στρατηγό, τον πρωτοχορευτή. Δυστυχώς, η λέξη που σχηματίστηκε στο μυαλό μου ήταν… Τομπούλογλου. Ένιωσα ντροπή!

Ενώ θα μπορούσαν να ανασυρθούν δεκάδες συνώνυμες λέξεις επιβεβαιωτικές της ηρωικής, υποδειγματικής ζωής του Μαύρου Καβαλάρη, ήρθε δυστυχώς στο μυαλό μου η πλέον αντώνυμη από όλες, όσες θα μπορούσαν να συνοδεύσουν τον Μεγάλο Έλληνα. Τομπούλογλου. Εντελώς διεστραμμένα φράκαρε στο μυαλό μου αυτό το κακόηχο: Τομπούλογλου. Ο Homo Tartuffe του σήμερα. Η κορωνίδα του φαρισαϊσμού. Συχώρα με στρατηγέ μου! Ξέρω πως απέχεις έτη φωτός απ’ το ξέρασμα της ιστορίας. Είναι τόσο μεγάλη η αντίθεση με σένα που σίγουρα γι’ αυτό έγινε ο συνειρμός και η αλλόκοτη σύνδεση.

Πού να ήξερες Νικόλαε Πλαστήρα πως οι παρακαταθήκες σου θα γίνονταν άθυρμα στα μολυσμένα στόματα και τις λερωμένες συνειδήσεις των πολιτικών του σήμερα! Πού να ήξερες πως το παράδειγμά σου θα έμενε κενό γράμμα μέσα σε δυο γενιές;

«Δεν θέλω δώρα, γιατί τα δώρα φέρνουν αντίδωρα», έλεγες εσύ, όταν σου δώρισε ο Δημήτρης Λαμπράκης ένα χρυσό στυλό. «Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου». Τι ενστερνίστηκαν οι πολιτικάντηδες από τον υποδειγματικά πατριωτικό σου βίο; Λέγε από μικροφώνου πως δωρίζεις το μισθό σου στο Νοσοκομείο, πως δουλεύεις αμισθί μόνο για το δημόσιο συμφέρον και ζήτα εκβιαστικά 30.000 ευρώ. Όλοι τα πιάνουν, μα…κας είσαι εσύ Τομπούλογλου να μην τα πιάσεις;

Όταν κάποια στιγμή εσύ στρατηγέ μου, άρρωστος με φυματίωση – «παράσημο» απ’ την εκστρατεία της Μικράς Ασίας – που έμενες σ’ ένα σπιτάκι κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, σου πρότειναν να σου βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι, εσύ αρνήθηκες λέγοντας: ”Μα τι λέτε; H Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;” Θέλεις να ξέρεις τι κατάλαβαν τα κνώδαλα της ιστορίας; Μπαίνω στη Βουλή και θα βρω τρόπο να κονομήσω δυο, πέντε, δέκα, είκοσι ακίνητα από εκβιασμούς και εκδουλεύσεις σε ποικιλώνυμα συμφέροντα. Θα παίρνω οκτώ με δέκα χιλιάδες μισθό τον μήνα ως βουλευτής και θα’ χω και τα τυχερά μου απ’ την απέξω. Αν καταφέρω μάλιστα και υπουργοποιηθώ, τότε έλυσα το πρόβλημα μέχρι και των εγγονών μου.

Το 1952, εσένα Νικόλαε Πλαστήρα, όντας πρωθυπουργός, σε  επισκέφθηκε η βασίλισσα Φρειδερίκη. Σε είδε κατάκοιτο στο ράντσο σου και σε ρώτησε. «Πρόεδρε, γιατί το κάνεις αυτό;» Δεν δίστασες καθόλου και απάντησες «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ». Δεν θα ήθελες να ξέρεις στρατηγέ μου και ηγέτη των Ελλήνων πως οι διάφοροι Τομπούλογλου, πρωθυπουργοί, υπουργοί, στελέχη του κρατικού μηχανισμού, βουλευτές, ακόμη και συνδικαλιστές απομυζούν τους χυμούς αυτού του Έθνους για να χτίζουν τις βίλες – τα κωλόσπιτα κατά Γιαννόπουλο – τα εξοχικά, τις μεζονέτες, τις επαύλεις τους χωρίς αιδώ, χωρίς τσίπα. Πώς οι σοσιαλιστές της δημοκρατικής παράταξης που εσύ υπηρετούσες έγιναν οι σοσιαληστές του δημόσιου χρήματος. Πως και οι άλλοι, οι συντηρητικοί, οι νοικοκυραίοι, δεν στάθηκαν καθόλου συντηρητικοί στον εκμαυλισμό των συνειδήσεων, τη διασπάθιση χρήματος, την καταλήστευση του δημόσιου κορβανά δια ίδιον όφελος!

Όταν πέθανες στρατηγέ μου, το 1953, δεν είχες καν κοστούμι για να διαβείς στον άλλο κόσμο! Και πώς να’ χεις; Διέθετες το μισθό σου στους άπορους και τα ορφανά! Κοστούμι σου αγόρασε ο φίλος σου, ο Διονύσιος Καρρέρ! Αν ήξερες πόσο βουτηγμένοι στη χλιδή και τον χυδαίο καταναλωτισμό είναι οι επίγονοί σου της μεταπολίτευσης και εντεύθεν, θα διάλεγες άλλη χώρα να λαμπρύνεις με το παράδειγμά σου! Λιάπηδες, Τσοχαντζόπουλοι, Μαντέληδες, Τομπούλογλοι, Τσουκάτοι, Κάντες, Σμπώκοι, είναι μόνο ένα ελάχιστο δείγμα των οργανωμένων μαφιών που λυμαίνονται εδώ και χρόνια αυτόν τον τόπο! Όλοι γνωρίζουν, ελάχιστοι μπορούν να αποδείξουν τη δράση των μαφιών. Είναι τέλεια οργανωμένοι, δικτυωμένοι με δικαστικά και δημοσιογραφικά κυκλώματα και αλωνίζουν στο πάρτι της ρεμούλας. Παίζουν στα δάκτυλα τις λέξεις που λάμπρυνες εσύ: Πατριωτισμός, αρωγή, αλτρουισμός, κοινωνική πολιτική, αγάπη για τον πλησίον. Ο ταρτουφισμός σε όλο του το μεγαλείο. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί που αμαυρώνουν καθημερινά τη μνήμη σου. Είμαστε κι εμείς, ο λαός που τόσο αγάπησες και νιάστηκες εσύ! Ανδραποδισμένος στο χυδαίο καταναλωτισμό, στην παροχολογία, στο βόλεμα, στην αναξιοκρατία, στην ήσσονα προσπάθεια, στην ξιπασιά, χρόνια τώρα επιλέγουμε τις ηγεσίες που μας ταιριάζουν.

Τίποτα δεν θα ήθελες να ξέρεις για την εποχή μας Νικόλαε Πλαστήρα. Ντρέπομαι ειλικρινά!

 

ΥΓ Ο γιατρός που υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου του Νικόλαου Πλαστήρα, μέτρησε στο κάτισχνο, αλλά αγέρωχο κάποτε κορμί του, 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Το κακό κ. Παρλαβάντζα είναι ότι πολλοί άνθρωποι είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν όσα θέλει η εκάστοτε εξουσία. Οι αντικομμουνιστές παλαιότερα, η δικτατορία μετά, η εξουσία σήμερα. Η δικαιοσύνη εξ’ ίσου ταυτισμένη συνήθως με τους άρχοντες. Κάποτε σκότωσαν τον Μπελογιάννη, αργότερα τον Λαμπράκη, πριν από χρόνια τον Τεμπονέρα, λίγο πριν τον Γρηγορόπουλο. Και οι πολλοί πρόθυμοι να ακολουθήσουν τυφλά όσα τους λένε για εξοστρακισμούς και τροχαία ατυχήματα. Γι’ αυτό θα συμφωνούσα με την αγανάκτησή σας για κάποιον που τσέπωσε 25.000 €, μόνο αν δεν υπήρχαν 16.850 off shore εταιρείες ελληνικών “συμφερόντων”, 46 εξ’ αυτών στα Νέα Στύρα (!!) και αν δεν είχαν ελεγχθεί από όλες αυτές μόλις 94, στα τρία τελευταία χρόνια. Αν είχε διαλευκανθεί η λίστα Λανγκάρντ και αν δεν υπήρχε ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Αυτό λοιπόν που ξεχωρίζει τον Πλαστήρα από τους πολλούς, είναι πως αυτός δεν ακολούθησε ποτέ τυφλά ότι του έλεγε η εξουσία, αλλά αντιθέτως εκείνος επέβαλε στην εξουσία το τι πρέπει να κάνει. Γι’ αυτό ήταν μεγάλος.

    • Πολύ σωστά τα σχόλιά σας κε Κουντουρά. Πράγματι οι πολλοί γίνονται πειθήνιοι στις εξουσίες. Μεταξύ άλλων ξεχωρίζω δύο λόγους. Πρώτος είναι η έλλειψη της ιδιότητας του πολίτη, καθώς ένα ολόκληρο σύστημα πολιτικοθρησκευτικό εργάζεται άοκνα για την υπηκοοποίησή του ατόμου και ο δεύτερος λόγος θα έλεγα πως είναι η υποσεινήδητη ανασφάλεια που εμπεριέχουν οι πολιτικοοικονομικές αλλαγές για το μέλλον καθενός που έχει φτιάξει κάτι μέχρι τώρα στη ζωή του. Υπάρχουν κι άλλοι αλλά θα χρειαστεί ένα άρθρο. Όσο για το σχολιασμό σας σχετικά με την αβελτηρία της εξουσίας στη διαλεύκανση των φαινομένων σήψης και λαμογιάς θα σας έλεγα πως κάνει το αυτονόητο. Προσπαθεί να καθυστερήσει τον οποιοδήποτε έλεγχο στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη να τον αποφύγει εντελώς αφού η ίδια η εξουσία έχει λερωμένη τη φωλιά της. Σε ποιο άλλο κράτος οι συνεργάτες των Γερμανών επάνδρωσαν τον κρατικό μηχανισμό για να σφετεριστούν τον αγώνα όσων αντιστάθηκαν δρέποντας της δόξας τις δάφνες; Για τέτοιο κράτος μιλάμε, είτε έχει Νεοδημοκρατικό πρόσημο είτε Πασοκικό. Αρκεί να μην τους τσουβαλιάσουμε όλους, γιατί υπήρξαν και άνθρωποι που προσπάθησαν, που μόχθησαν, που μάτωσαν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.