ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΟΣΤ

0
1146

tost

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΤΡΟΥΜΦ Γράφει ο Βαγγέλης Γεωργάκης / λογοτέχνης – συγγραφέας

Άνοιξα το φαρμακείο σήμερα ελπίζοντας σε κάτι καλό. Σε κάτι καλό ελπίζω τα τελευταία πέντε χρόνια, κάθε μέρα. Το πρόβλημα είναι ότι οι ελπίδες οι δικές μου έχουν να κάνουν με τη νοσηρότητα των άλλων.

Ο πρώτος πελάτης ήταν μουτρωμένος. Ο δεύτερος μαστουρωμένος. Ο τρίτος είχε απλώς κακή διάθεση. Ωστόσο άφησαν, ο τρίτος και ο πρώτος, καλά χρήματα στο ταμείο. Ένας παππούς ήρθε μετά και με μέτραγε με το βλέμμα, λες και επρόκειτο για μάχη. «Καλημέρα παππού» είπα. Δεν απαντούσε. «Καλημέρα παππού».

Ο φαρμακοποιός είναι ο σάκος του μποξ στο ρινγκ της υγείας. Ο παππούς άνοιξε το στόμα και μου έκανε πενήντα ερωτήσεις. Εύκολα με έριξε στο καναβάτσο. Τα σούπερ μάρκετ δεν πρόκειται να ανοίξουν φαρμακεία στο άμεσο μέλλον, τουλάχιστον που να εκτελούν συνταγές ή να δίνουν συμβουλές, γιατί δεν είναι τόσο μεγάλα κορόιδα να τα βάλουν με άρρωστους ηλικιωμένους και πετσοκομμένους συνταξιούχους. Ξέρουν τις δυνατότητες τους, μέχρι που μπορεί να φτάσουν, όπως ένας καρχαρίας ξέρει ότι δεν πρέπει να βγει στη στεριά ό,τι και να γίνει. Οι υπόλοιποι είναι απλά αφελείς, ονειροπόλοι ή… απελπισμένοι.

Η ώρα πέρναγε πάντως και το πράγμα πήγαινε καλά. Δεν είχα προλάβει ούτε να πάρω πρωινό. Καιρό είχα να δουλέψω έτσι και ήμουν καταχαρούμενος. Σάββατο, που άλλα Σάββατα ούτε που το διανοούμουν να περάσω έστω και απ’ έξω από το φαρμακείο. Κατά τα άλλα ένας πελάτης μου είπε ότι έρχεται το τέλος του κόσμου και ότι ο γέροντας Παΐσιος βγαίνει αληθινός, άλλος ένας ότι έβρεχε στην Άρτα. «Έτσι είναι ο χειμώνας» είπα.

Χρειάστηκε να κλείσω κάποια στιγμή, να πεταχτώ στη φαρμακαποθήκη. Πολλές φορές το κάνω αυτό και ανησυχώ κυρίως για δύο πράγματα: ότι μπορεί να χάσω κάποιο πελάτη ή να μου συμβεί μετωπική με νταλίκα. Αυτή τη φορά είχα να ανησυχώ για κάτι παραπάνω: είχα ξεχάσει ένα τοστ στην τοστιέρα. Αυτό με ανησύχησε περισσότερο και από τα δύο πρώτα. Και δεν είχα άλλο τυρί. Οι δύο φέτες Μίλνερ που είχα χρησιμοποιήσει ήταν οι τελευταίες. Ετεροχρονισμένο πρωινό, αντίο. Φαντάστηκα φλόγες να κατακαίουν το φαρμακείο.

Πήγα στη φαρμακαποθήκη γρήγορα. Έβρεχε και ο δρόμος γλιστρούσε. Πήρα τα φάρμακα. Ο φαρμακοϋπάλληλος πήγαινε με το πάσο του. Άλλοι ρυθμοί, που θα μπορούσαν να κάνουν κάποιον που δεν είναι ρομπότ ευτυχισμένο. Γύρισα από τη φαρμακαποθήκη ακόμα πιο γρήγορα. Δύο πελάτες με περίμεναν απ’ έξω. Καιρό είχε να συμβεί και αυτό. Η χαρά ήταν μεγάλη. Ξέχασα το τοστ. Εξυπηρέτησα τον πρώτο και έκανα μια ένεση στο δεύτερο, μία κοπέλα. Ο φίλος της με επέβλεπε διακριτικά. Η φίλη του δεν έδειξε να πονάει. Άκομψη κατάσταση. Χρέωσα δύο ευρώ παραπάνω για την ψυχική οδύνη.

Μετά θυμήθηκα πάλι το τοστ. Ο χώρος είχε αρχίσει να μυρίζει. Πήγα τρέχοντας στο εργαστήριο. Είχε καεί, αλλά όχι όσο νόμιζα. Ήταν ξεροψημένο, λιωμένο, ταλαιπωρημένο. Ξοφλημένο. Η τοστιέρα είχε γεμίσει λάδια και τυριά. Ένα χάλι.

Έβγαλα το τοστ έξω αμέσως και αντί να το πετάξω σε κανένα γάτο έξυσα τις άκρες με ένα μαχαίρι και το έφαγα. Κάτι απρόοπτο. Η γεύση ήταν υπέροχη. Κίνδυνος, ανασφάλεια, λάθος, παράδοξο, όλα μαζί. Και κάπου στο βάθος ελπίδα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.