Βαγδάτη, η «Αθήνα της Ανατολής»

0
923

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΤΣΙΟΛΑΣ / ΥΠ. ΔΙΔ. ΙΣΤΟΡΙΑΣ Α.Π.Θ.

Είναι γνωστή η επίδραση του αρχαίου ελληνικού κόσμου στον ευρωπαϊκό και εν γένει στον Δυτικό Πολιτισμό. Όμως, είναι σχεδόν άγνωστη η τεράστια επίδραση που άσκησε η αρχαία ελληνική σκέψη στον αραβικό και ισλαμικό πολιτισμό του Μεσαίωνα.

Ως τα μέσα του 8ου αιώνα, μόλις εκατό χρόνια μετά την εμφάνισή του, ο κόσμος του Ισλάμ είχε απλωθεί σε ένα τεράστιο γεωγραφικό χώρο. Από την κεντρική Ασία ως τις ακτές του Ατλαντικού ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ασπάζονταν το Ισλάμ, προσευχόταν στραμμένο προς τη Μέκκα και αναγνώριζε τον Μωάμεθ ως τον Προφήτη του Θεού. Το Κοράνι απαγγελλόταν και ερμηνευόταν, και η γλώσσα της θρησκείας ήταν η αραβική. Παρά τις τοπικές ιδιαιτερότητες στον πολιτισμό, η πίστη στο Ισλάμ και η αραβική γλώσσα ήταν τα στοιχεία που συνιστούσαν την πολιτισμική ενότητα του χώρου και των ανθρώπων. Η Μέκκα ήταν το θρησκευτικό κέντρο του ισλαμικού κόσμου και η Δαμασκός ήταν η πρωτεύουσα της πρώτης δυναστείας των Αράβων μουσουλμάνων, της δυναστείας των Ομαγιάδων. Το 750 ανακηρύσσεται νέος Χαλίφης ο Αμπούλ Αμπάς, ο οποίος δίνει και το όνομά του στη νέα δυναστεία• τη δυναστεία των Αββασίδων. Η νέα αυτοκρατορία δεν έχει κέντρο πλέον τη Συρία, αλλά το σημερινό Ιράκ. Σ’ όλη τη Μέση Ανατολή η αραβική γλώσσα συνυπήρχε με την ελληνική. Έτσι, οι Άραβες έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον ανεπτυγμένο πολιτισμό, οικονομικά και πνευματικά της ελληνικής Συρίας και Αιγύπτου, και προσλαμβάνουν στοιχεία απ’ αυτόν αλλά και δίνουν. Παράλληλα το Ισλάμ κέρδιζε έδαφος στους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Έτσι, από εκεί που οι Άραβες μουσουλμάνοι ήταν η διοικητική εξουσία μιας αυτοκρατορίας αλλοθρήσκων, αυτή σταδιακά μεταβάλλεται σε ισλαμική αυτοκρατορία, όπου οι αλλόθρησκοι αποτελούν μειονότητα. Η αραβική αυτοκρατορία των Ομαγιάδων μετασχηματίζεται σε ισλαμική αυτοκρατορία, υπό το σκήπτρο των Αββασίδων.

Η Αββασιδική Αυτοκρατορία είναι ένα ισχυρό κράτος με τεράστια εδαφική έκταση και ανθηρή οικονομία. Ο Χαλίφης αλ-Μανσούρ (κυβέρνησε : 754-775) οικοδομεί τη νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, τη Βαγδάτη, και την καθιστά το κέντρο της. Το Χαλιφάτο των Αββασίδων εκτείνεται αρχικά σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή. Με κέντρο τη Μεσοποταμία απλώνεται από την περιοχή της κεντρικής Ασίας στο σημερινό Πακιστάν, στα σύνορα με την Ινδία, στο Ιράν και μέχρι τον Καύκασο. Η οροσειρά του Ταύρου στη Μικρά Ασία είναι το σύνορο με το Βυζάντιο, ένα σύνορο που διαρκώς μεταβάλλεται. Στην επικράτεια του Χαλιφάτου βρίσκεται όλη η Μέση Ανατολή, η Αραβική Χερσόνησος και η ακτογραμμή της βορείου Αφρικής. Από τον 9ο αιώνα όμως εμφανίζονται ισχυρές διασπαστικές τάσεις και η αχανής Αυτοκρατορία κατακερματίζεται: οι ανατολικές και δυτικές επαρχίες αποσπώνται οριστικά. Όμως, η ακμάζουσα οικονομία, η οποία αντικατοπτριζόταν και στην πολυτελή αυλή του Χαλίφη, η άνθιση του διεθνούς εμπορίου, η πολιτική, οικονομική και κατά μεγάλο μέρος πολιτιστική ενοποίηση ενός τεράστιου γεωγραφικού χώρου, η διακίνηση αγαθών, ανθρώπων και ιδεών σε όλο αυτόν το χώρο, η περαιτέρω διάδοση του Ισλάμ και της αραβικής γλώσσας, η άνθιση των γραμμάτων και τεχνών είναι βασικά χαρακτηριστικά της εποχής των Αββασίδων.

Σ’ αυτό τα πλαίσιο αναπτύχθηκε η πνευματική παραγωγή του μεσαιωνικού Ισλάμ. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, οι λόγιοι του Ισλάμ καλλιέργησαν νέες επιστήμες που συνδεόταν με την πίστη τους, μελέτησαν και μετέφρασαν αρχαίους Έλληνες, έδωσαν νέα πνοή σε επιστήμες όπως η ιατρική, καλλιέργησαν τη φιλοσοφία, πρωτοτύπησαν στα μαθηματικά, κατέγραψαν την ιστορία τους, εμπλούτισαν και διέδωσαν τη γλώσσα τους, μπόλιασαν την ποίηση τους με νέες ιδέες και νέα στοιχεία. Η ανάπτυξη της φιλοσοφίας και η συγγραφική και πνευματική παραγωγή ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την ελληνική σκέψη και επηρεασμένη απ’ αυτήν. Ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος και κυρίως ο Αριστοτέλης σαγήνευσαν τους μουσουλμάνους λογίους. Δύο κόσμοι τελείως διαφορετικοί και χρονικά μακρινοί, ο αρχαίος ελληνικός και ο κόσμος του Ισλάμ, συνδέθηκαν μέσα στη σκέψη των φιλοσόφων. Η ίδια η λέξη «φιλοσοφία» στα αραβικά αποδίδεται με τον ελληνογενή όρο falsafah.

Οι “ελληνίζοντες” φιλόσοφοι του Ισλάμ
Οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι του ισλαμικού κόσμου χαρακτηρίζονται «ελληνίζοντες» εξαιτίας της μεγάλης επίδρασης που ασκήθηκε σ’ αυτούς από την αρχαία ελληνική σκέψη. Μερικοί από αυτούς ήταν :
O al–Kindi (800-870) είναι ο πρώτος μεγάλος μουσουλμάνος φιλόσοφος που επηρεάστηκε βαθιά από την ελληνική σκέψη. Μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στη Βαγδάτη. Έγραψε σχόλια σε έργα του Αριστοτέλη, από τον οποίο επηρεάστηκε βαθύτατα. Του αποδίδεται μάλιστα και η φράση που χαρακτηρίζει το πνεύμα της εποχής για την ανάγκη της μελέτης και της πρόσκτησης της γνώσης : «δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να αναγνωρίζουμε την αλήθεια από οποιαδήποτε πηγή κι αν έρχεται σε μας, ακόμη και αν έρχεται από προηγούμενες γενιές και ξένους λαούς. Γι’ αυτόν που αναζητά την αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα με ανώτερη αξία από αυτή την ίδια την αλήθεια.» .Ο Al – Kindi ήταν επίσης και μαθηματικός, γεωμέτρης, μουσικός, αστρονόμος και αστρολόγος.
O al–Farabi (872–950) γεννήθηκε στο Τουρκεστάν και πέθανε στη Δαμασκό. Από μικρή ηλικία βρέθηκε στη Βαγδάτη. Σπούδασε λογική, γραμματική, φιλοσοφία, μουσική. Επιχείρησε να συνδέσει τον Πλάτωνα με τον Αριστοτέλη. Ασχολήθηκε και με την πολιτική θεωρία συνδέοντάς την με το Ισλάμ, όπου είναι εμφανείς οι επιδράσεις από τον Πλάτωνα. Ο al–Farabi άσκησε τόσο μεγάλη επιρροή, ώστε να αποκαλείται ως «Δεύτερος Διδάσκαλος» με πρώτο τον Αριστοτέλη.
Ο al-Razi, φιλόσοφος, φυσικός, αλχημιστής και γιατρός, έδρασε κυρίως στη Βαγδάτη και πέθανε το 925. Επηρεάστηκε κυρίως από τον Πλάτωνα αλλά και από τον Δημόκριτο και το Γαληνό. Χαρακτηριστικό της σκέψης του είναι η έντονη αρνητική του στάση απέναντι στη θρησκεία και η πρόταξη της φιλοσοφίας.
Ο Αβικέννας (980-1037) ήταν περσικής καταγωγής και γεννήθηκε το 980 στην Bukhara. Μεγάλο μέρος της ζωής του έδρασε στη Σαμαρκάνδη, στην κεντρική Ασία. Σπούδασε φιλοσοφία, λογική, φυσική, μαθηματικά, θεολογία και ιατρική. Ασχολήθηκε κυρίως με τη φιλοσοφία και ειδικότερα με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, αλλά και με τον Νεοπλατωνισμό.
O Al-Ghazali γεννήθηκε το 1058 στο Khurasan και γύρω στα 1090 βρέθηκε στη Βαγδάτη. Θεωρούσε τους φιλοσόφους εχθρούς της πίστης και εξέφρασε πολεμική εναντίον τους κυρίως με το έργο «Η ασυναρτησία των Φιλοσόφων». Η επιρροή της σκέψης του Αριστοτέλη πάνω του είναι εμφανής. Ο Αβερρόης, άσκησε έντονη πολεμική στον Al-Ghazali.
Άλλοι φιλόσοφοι του μεσαιωνικού Ισλάμ με παγκόσμια ακτινοβολία ήταν ο αριστοτελιστής Αβερρόης (1126–1196) ο οποίος έζησε στην Κόρδοβα της Ισπανίας και ο αλ-Μπιρούνι (937–1048) ο οποίος έζησε στο σημερινό Πακιστάν. Ο Αλχαζέν συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων εκπροσώπων στην επιστήμη της γεωμετρίας. Το έργο όμως που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση και γνώρισε ίσως τη μεγαλύτερη διάδοση ήταν η Αλμαγέστη (εξαραβισμένος και συντετμημένος τίτλος του «Μεγάλη Σύνταξις Μαθηματική» του Πτολεμαίου). Επίδραση άσκησε η «Γεωγραφία» του Πτολεμαίου• με βάση αυτή ο μαθηματικός al-Khuwarizmi έγραψε το έργο «Αναπαράσταση της Γης».

Το μεταφραστικό κίνημα της Βαγδάτης
Την εποχή εκείνη πλήθος μεταφράσεων ελληνικών έργων, όχι μόνο φιλοσοφικών, πραγματοποιούνται κυρίως στη Βαγδάτη, η οποία αναδεικνύεται σε «Αθήνα της Ανατολής». Αρχαίος ελληνικός κόσμος και Ισλάμ συναντήθηκαν και οι μουσουλμάνοι λόγιοι του μεσαίωνα δημιούργησαν έναν από τους σπουδαιότερους πολιτισμούς στο παγκόσμια ιστορία. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή τη σύνθεση διαδραμάτισε το λεγόμενο μεταφραστικό κίνημα της Βαγδάτης και γενικότερα οι μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών κειμένων που έλαβαν χώρα στον κόσμο του Ισλάμ. Το μεταφραστικό κίνημα είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο κατά το οποίο σχεδόν μια ολόκληρη κοινωνία υπό την καθοδήγηση κατά βάση της κεντρικής εξουσίας στρέφει τα βλέμματά της προς συγκεκριμένες πτυχές της αρχαίας ελληνικής σκέψης.
Ο μεγάλος Ορθόδοξος Πατέρας της Εκκλησίας, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, περνά μεγάλο μέρος της ζωής του στην αυλή των Ομαγιάδων Χαλίφηδων και σταδιοδρομεί στη διοίκηση του κράτους. Σημαντική θεωρείται η συμβολή του στη γνωστοποίηση του Αριστοτέλη. Επίσης, μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν δίγλωσσο, μιλούσε δηλαδή την τοπική γλώσσα της φυλής που ανήκε και συγχρόνως και την ελληνική. Η Αλεξάνδρεια, η Πέτρα, η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Χίρα, η Χαρράν και δεκάδες άλλες πόλεις, αλλά και οι μονές του Αγίου Σάββα στη Παλαιστίνη και της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, ήταν κέντρα ελληνικής παιδείας. Πριν το μεγάλο μεταφραστικό κίνημα της Βαγδάτης υπήρχε ήδη μια παράδοση μετάφρασης κειμένων από άλλες γλώσσες στα αραβικά καθώς και από την ελληνική στη συριακή
Η στροφή προς την αρχαία ελληνική σκέψη και η παραγωγή μεταφράσεων χρησιμοποιήθηκε από τους Αββασίδες Χαλίφες, για να προωθήσουν και πολιτικούς στόχους. Αξίζει να αναφέρουμε ένα παράδειγμα: Ο Χαλίφης αλ-Μαχντί (κυβέρνησε: 775-785) είχε να αντιμετωπίσει την ανάπτυξη διαφόρων αιρέσεων οι οποίες απειλούσαν την αυτοκρατορία. Για την αντιμετώπιση τους εγκαινιάζει μια νέα πολιτική που συνίσταται στην τακτική των λογομαχιών. Γι’ αυτό ζήτησε από τον Νεστοριανό Πατριάρχη Τιμόθεο τη μετάφραση των «Τοπικών» του Αριστοτέλη, που είναι ένας οδηγός για τις διαλογικές αντιπαραθέσεις, τις λογομαχίες. Ο ίδιος ο Χαλίφης μελέτησε το έργο και προχώρησε σε μια λογομαχία με τον Τιμόθεο. Οι λογομαχίες αυτές έλαβαν θεολογικό και κοσμολογικό περιεχόμενο και έτσι κατέστη αναγκαία η μετάφραση ενός άλλου έργου του Αριστοτέλη, των «Φυσικών», ώστε να εξοπλιστούν με επιχειρήματα οι μουσουλμάνοι λόγιοι και θεολόγοι που συμμετείχαν σε τέτοιου είδους λογομαχίες. Σε γενικές γραμμές οι Χαλίφηδες ήταν άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και συχνά διακρίνονταν από αγνή φιλομάθεια.
Μια ακόμη πτυχή του μεταφραστικού κινήματος και της γενικότερης πολιτιστικής ανάπτυξης της εποχής των Αββασίδων αποτελεί και η πολυδιάστατη σχέση τους με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Παραδίδεται λοιπόν ότι ο ένας γραμματέας του Χαλίφη αλ-Μανσούρ έκανε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και έμεινε κοντά στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ και ότι εκεί του έκαναν μια επίδειξη των επιτευγμάτων του Βυζαντίου στην αλχημεία κινώντας το ενδιαφέρον του Χαλίφη γι’ αυτήν. Ο Χαλίφης αλ-Μααμούν (813-833) στην αλληλογραφία με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Θεόφιλο ζήτησε κάποια χειρόγραφα τα οποία βρισκόταν και φυλασσόταν αποκλειστικά στο Βυζάντιο. Ο Θεόφιλος, αν και αρχικά αρνήθηκε, έπειτα έδωσε την άδεια κι έτσι ο Χαλίφης απέστειλε μια ομάδα λογίων οι οποίοι έφεραν τα χειρόγραφα, τα οποία και μεταφράστηκαν. Ο ίδιος Χαλίφης ζητούσε από το Θεόφιλο να του στείλει στη Βαγδάτη τον περίφημο Λεόντα τον Μαθηματικό. Καθώς αυτός αρνήθηκε, ο Χαλίφης τότε έγραψε στον ίδιο τον Λέοντα, προσπαθώντας να τον δελεάσει και υποβάλλοντας παράλληλα και διάφορα μαθηματικά και αστρονομικά προβλήματα.
Εξάλλου, οι μεταφράσεις κειμένων πραγματοποιήθηκαν για να καλυφθούν ανάγκες πρακτικές και καθημερινές, όπως η οργάνωση της γεωργικής παραγωγής. Ακόμη, το μεγάλο ενδιαφέρον των Αράβων για την οπτική πιθανότατα συνδέεται με την πολεμική τέχνη και κυρίως με την παράδοση που ήθελε τον Αρχιμήδη να κατακαίει το ρωμαϊκό στόλο στην πολιορκία των Συρακουσών χρησιμοποιώντας κάτοπτρα. Έτσι, μεταφράστηκαν πολλά έργα γύρω από την οπτική.

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει και για την επιστήμη της ιατρικής. Γνωρίζουμε ότι διάφορες οικογένειες είχαν εισδύσει στο περιβάλλον του Χαλίφη εξαιτίας της υψηλής τους κατάρτισης στην ιατρική. Αυτοί δημιούργησαν μια οικογενειακή παράδοση ιατρών στην αυλή του και για να διατηρήσουν αυτήν τη θέση τους, έπρεπε να διατηρήσουν συνάμα και την «επιστημονική τους ανωτερότητα». Ένας τρόπος για να το επιτύχουν ήταν η μετάφραση αρχαίων ιατρικών κειμένων. Εκτός από αυτόν τον λόγο η ανάγκη για μεταφράσεις ιατρικών έργων υπαγορευόταν και από το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν η ανατομία νεκρών σωμάτων.

Όλοι αυτοί οι λόγοι και οι παράγοντες επέδρασαν για να αναπτυχθεί το μεταφραστικό κίνημα της Βαγδάτης και βασίζονται κυρίως σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αν μείνουμε μόνο εδώ θα παραβλέψουμε ένα πολύ σημαντικό παράγοντα. Ότι, δηλαδή, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, και με τη συνακόλουθη οικονομική ανάπτυξη, είχε δημιουργηθεί ένα κατάλληλο κλίμα στην Βαγδάτη και ευρύτερα σε πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας. Ένα κλίμα πνευματικής και πολιτιστικής άνθισης, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα καλλιέργειας των γραμμάτων και των επιστημών. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα η Βαγδάτη αποτέλεσε πόλο έλξης επιστημόνων και λογίων, όπου θα μπορούσαν να σπουδάσουν σε ανώτερο επίπεδο και να σταδιοδρομήσουν. Ήταν λοιπόν επόμενο, οι μεταφραστές να εξελιχθούν και σε μια επαγγελματική ομάδα, η οποία για τα δεδομένα της εποχής, αμειβόταν με υψηλούς μισθούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Qusta ibn Luqa, Έλληνας από τον Λίβανο, ο οποίος πήγε στη Βαγδάτη για να αποκτήσει φήμη και πλούτο φέρνοντας μαζί του και ελληνικά χειρόγραφα.

Το μεταφραστικό κίνημα στήριξαν όχι μόνο οι Χαλίφηδες και οι διάφοροι πρίγκιπες, αλλά και επιφανείς οικογένειες της Βαγδάτης. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές περιπτώσεις :
Ο Χαλίφης al-Mu’tadid(κυβέρνησε : 870-892), ο οποίος ήταν γιος Ελληνίδας σκλάβας και μιλούσε και ελληνικά, ζήτησε μελέτες για ιατρικά και μετεωρολογικά ζητήματα. Αναμφισβήτητα, κορυφαία προσωπικότητα του μεταφραστικού κινήματος υπήρξε ο Νεστοριανός Hunayn ibn Ishaq (809–877) και ο κύκλος του. Ίδρυσε μεταφραστική σχολή στη Βαγδάτη και η μετάφραση αμέτρητων ελληνικών κειμένων αλλά και η διόρθωση παλαιοτέρων μεταφράσεων είναι έργο του. Ο ίδιος διακρίθηκε για τη μετάφραση ιατρικών (κυρίως του Γαληνού και του Ιπποκράτη) και φιλοσοφικών έργων (όπως η «Πολιτεία», ο «Τίμαιος» και οι «Νόμοι» του Πλάτωνα). Ακόμη, διόρθωσε και παλαιότερες μεταφράσεις έργων όπως τα «Αναλυτικά Πρότερα» του Αριστοτέλη. Μαθητής του ήταν ο ad-Dimasqi, περιώνυμος γιατρός της εποχής, ο οποίος μετέφρασε πλήθος φιλοσοφικών, ιατρικών και μαθηματικών έργων, μεταξύ αυτών και αποσπάσματα από το «Στοιχείωσις Θεολογική» του Πρόκλου και έργα του Θεμίστιου. Με το μεταφραστικό κίνημα της Βαγδάτης σχετίζεται και ο φιλόσοφος Al – Kindi ο οποίος διόρθωσε μεταφράσεις αρκετών έργων όπως την «Αριθμητική Εισαγωγή» του Νικόμαχου του Γερασηνού, τμήματα του «Τιμαίου» και του «Συμποσίου» του Πλάτωνα, καθώς και έργα του Αριστοτέλη. Ο ibn-al-Bitriq μετέφρασε : έργα του Αριστοτέλη, του Ιπποκράτη, του Γαληνού, την «Τετράβιβλο» του Πτολεμαίου και το ψευδοαριστοτελικό έργο «Παιδεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Ο Ορθόδοξος Χριστιανός επίσκοπος των Καρρών, ο Θεόδωρος Αβουκαράς, στις αρχές του 9ου αιώνα μετέφρασε το περίφημο έργο του Αριστοτέλη «Όργανο». Ο Sirgis ibn-Hiliya ar-Rumi μετέφρασε την «Αλμαγέστη» του Πτολεμαίου και τις «Εκλογές» του Κασσιανού Βάσσου, ο Matta ibn-Yunus, που εκτός των άλλων ήταν και ιδρυτής Αριστοτελικής σχολής στη Βαγδάτη, μετέφρασε τα «Αναλυτικά Πρότερα» και την «Ποιητική» του Αριστοτέλη, ενώ ο ibn-Mattar τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη.
Μεταφράστηκαν, λοιπόν, έργα φιλοσοφικά, ιατρικά, γεωργικά, αλχημείας, μαθηματικά, γεωμετρίας, αστρονομίας και αστρολογίας• έργα που αφορούν στη ζωολογία, τη βοτανολογία, την γεωγραφία.

Όμως, εντύπωση προκαλεί η απουσία πολλών έργων της κλασικής γραμματείας. Η ιστορία, η ρητορική και η ποίηση απουσιάζουν παντελώς. Και η απορία είναι εύλογη : πως είναι δυνατόν να έχουν μεταφραστεί έργα ήσσονος σημασίας Ελλήνων συγγραφέων και να αγνοούνται μορφές του αναστήματος του Θουκυδίδη ή του Σοφοκλή; Μια πρώτη ερμηνεία αποτελεί το γεγονός ότι κυρίως μεταφράστηκαν έργα που ανταποκρίνονταν σε συγκεκριμένες ανάγκες της κοινωνίας και του κράτους. Το να μεταφράσουν το έργο του Θουκυδίδη για παράδειγμα δεν είχε γι’ αυτούς καμιά πρακτική σημασία, ενώ αντίθετα τα «Γεωργικά» του Κασσιανού Βάσσου εξυπηρετούσαν ανάγκες για τη βελτίωση της γεωργίας. Βέβαια, δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το έντονο θρησκευτικό περιεχόμενο πολλών έργων, κυρίως της δραματικής ποίησης. Από την άλλη, η αδιαφορία για την ιστορία ίσως ερμηνεύεται από το γεγονός ότι πολύ λίγο τους ενδιέφεραν τα γεγονότα πριν από τον Μωάμεθ.

Ο Οίκος της Σοφίας / Bayt al-Hikma
Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στον «Οίκο της Σοφίας». Πρόκειται για μια μεγάλη βιβλιοθήκη, η οποία ιδρύθηκε από τον Χαλίφη αλ-Μααμούν. Εκεί γινόταν και μαθήματα που αφορούσαν σε όλες τις επιστήμες. Ο «Οίκος της Σοφίας» ήταν και ένας χώρος όπου γινόταν και μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών κειμένων. Ήταν ένα σημαντικό πνευματικό, ερευνητικό και πολιτιστικό κέντρο της Βαγδάτης με ξεχωριστή ακτινοβολία, όπου υπήρχε και αστεροσκοπείο. Όσοι δίδασκαν και μελετούσαν εκεί χρηματοδοτούνταν από τον ίδιο τον Χαλίφη.

Μέσα στα όρια του παρόντος άρθρου δεν μπούμε να εξαντλήσουμε όλο το θέμα. Δεκάδες είναι οι περιπτώσεις λογίων που επηρεάστηκαν από τους αρχαίους Έλληνες. Εμείς εδώ κάναμε μόνο μια ενδεικτική αναφορά των σημαντικότερων προσωπικοτήτων που έδρασαν την εποχή της μεγάλης ακμής του Χαλιφάτου των Αββασίδων. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που διαφαίνεται είναι ότι ο απύθμενος πλούτος της αρχαίας ελληνικής σκέψης βρήκε γόνιμο έδαφος στο μεσαιωνικό κόσμο του Ισλάμ.

Κωνσταντίνος Φ. Μπατσιόλας
Υπ. Διδ. Ιστορίας Α.Π.Θ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΒΡΥΩΝΗΣ Σ., Η καθ’ ημάς Ανατολή, Η πνευματικά παράδοση του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στον Σλαβικό και τον Ισλαμικό κόσμο, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονική 1995.
ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΤΟΣ Α., Ισλάμ, Θρησκειολογική Επισκόπησις, εκδ. Πορευθέντες, Αθήνα 1997.
ΓΟΥΤΑΣ Δ., Η Αρχαία Ελληνική Σκέψη στον Αραβικό Πολιτισμό, εκδ. Περίπλους, Αθήνα 2001
ΖΙΑΚΑΣ Γ.Δ., Ιστορία των Θρησκευμάτων, β΄ το Ισλάμ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002
ΖΙΑΚΑΣ, Γ.Δ., Τα Ελληνικά Γράμματα και ο Αριστοτέλης στην Αραβική Παράδοση, Θεσσαλονίκη 1986
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Ι., Το Βυζαντινό Κράτος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996
ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ Α., Ορθοδοξία και Ισλάμ, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994.
LEWIS B., Οι Άραβες στην Ιστορία, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1993
ΜΠΑΝΤΑΟΥΗ Χ., Εισαγωγή στην Ιστορία του Ισλαμικού Κόσμου, τ.1, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003.
ΦΟΥΓΙΑΣ Μ.Γ., Το Ελληνικό Υπόβαθρο του Ισλαμισμού, εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1994
HOURANI A., Ιστορία των Αραβικών Λαών, εκδ. Νέα Σύνορα –Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1994
Encyclopedia of Islam,τ. 1-9,εκδ. Brill,Leiden 1965 – 1997
ΗΙΤΤΙ P. K., History of the Arabs, Macmillan, London 1943
HOLT P.M., LAMBTON A.K.S., LEWIS B., The Cambridge History of Islam,τ.2β, Cambridge University Press, Cambridge 1990
MONTGOMERY WATT, Islamic Philosophy and Theology,εκδ. University Press Edinburgh, Edinburgh 1985
ROSSENTAL F., The Classical Heritage in Islam,εκδ.Routledge, London 1992
SAUNDERS J.J., A History of Medieval Islam,εκδ.Routledge, London-New York 1993

Προηγούμενο άρθροΣήμερα στις 7μ.μ. στον Ιανό «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»
Επόμενο άρθροΠρεμιέρα στο Σοφούλη για την κουκλοθεατρική παράσταση «Ρομπέν των Δασών, η αληθινή ιστορία»
Ο Κωνσταντίνος Μπατσιόλας γεννήθηκε το 1979 και κατάγεται από τη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης. Είναι συζευγμένος και έχει δύο κόρες. Ζει στη Θεσσαλονίκη όπου και δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως φιλόλογος εργαζόμενος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Έχει σπουδάσει Ιστορία-Εθνολογία (Δ.Π.Θ.), Θεολογία (Α.Π.Θ) και έχει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκκλησιαστική Ιστορία (Α.Π.Θ). Είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Γνωρίζει Αγγλικά και Ιταλικά. Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε διάφορα επιστημονικά συνέδρια στους τομείς της Ιστορίας, της Θεολογίας και των ΜΜΕ. Στη γενέτειρά του Χαλάστρα έχει αναπτύξει έντονη κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα με συμμετοχή σε τοπικούς συλλόγους και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Παράλληλα, έχει πραγματοποιήσει ομιλίες για ζητήματα ιστορικά και ήταν μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Λαϊκού Πανεπιστημίου Δήμου Δέλτα. Αρθρογραφεί στον ηλεκτρονικό τύπο ασχολούμενος με θέματα Ιστορίας, Πολιτισμού και Πολιτικής. Είναι συγγραφέας του έργου "Η Θεσσαλονίκη κατά τη Λατινοκρατία" που εξεδόθη το 2019 από τις εκδόσεις "Μέθεξις".

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.