Βασίλης Δρογκάρης «Απο την τέχνη κράτα το μεγαλείο της»

0
1787

Τον έχουμε δει να παίζει χρόνια στο πλάι  του Σ. Ξαρχάκου, μικροσκοπικός πίσω από το ακορντεόν του αλλά με τεράστιο ανάστημα. Ξέρετε, αυτό που ξεκινάει πάνω απ’ το κεφάλι, όπως λέει και ο Α. Χιόνης. Ο Βασίλης Δρογκάρης έχει στηρίξει με την παρουσία του σπουδαίους καλλιτέχνες και το βιογραφικό του είναι πολύ γνωστό στους κόλπους των τεχνών. Ο ίδιος θα δημιουργήσει το 2014 το δικό του κουαρτέτο παίζοντας αγαπημένες συνθέσεις με μία ξεχωριστή προσέγγιση, όμως με απόλυτο σεβασμό. Οι πιο κοντινοί του άνθρωποι γνωρίζουν καλά την αγάπη που έχει για την ελληνική γλώσσα και πόσο επιμελής στέκεται απέναντι της. Αποτέλεσμα αυτού είναι και το πρώτο του συγγραφικό έργο «Ένα κρυφό Ρετζίστρο». Φυσικά, δε θα μπορούσα να μην αναφέρω ότι σε αυτό το βιβλίο έχουν την θέση τους στους προλόγους, η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Σ. Ξαρχάκος, όπως επίσης δεν θα μπορούσα να μην πω πόσο γλυκά μας συνεπαίρνει ο λόγος του ίδιου. Μοιράζομαι ένα μικρό απόσπασμα από το σημείωμα του Βασίλη Δρογκάρη, το οποίο θα μπορούσε να είναι και μία από τις σοφότερες συμβουλές «Να μπορώ πάντα να έχω καθαρό βλέμμα και  να μην είμαι σε τίποτα φτηνός- ούτε ακόμα και στα λάθη μου».  

*Στην συνέντευξη που ακολουθείτε χρησιμοποιούμε τον ενικό, χωρίς αυτό να απαξιώνει την εκτίμηση και τον σεβασμό μας σε αυτόν τον- μοναδικής υφής- άνθρωπο και σπουδαίο μουσικό.

Πως ξεκίνησε το δικό σας «ΚουΑΡΤέτο»;

Η ιδέα ήταν να ακούει ο ακροατής μόνο μουσική, να μην μονοπωλεί ο τραγουδιστής το ενδιαφέρον, χωρίς να μειώνει αυτό την αξία των ανθρώπων που τα έχουν τραγουδήσει, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε κουλτούρα τραγουδιού όχι μουσικής. Σκέφτηκα ότι αυτό θα μπορούσε να έχει ένα ενδιαφέρον, να υπονοείται ο λόγος κάπως, όχι να τον προσπερνάμε, να τραγουδάν τα όργανα. Αισθάνομαι απελευθερωμένος όταν παίζω με τα παιδιά, έχουμε τόσο καλή σχέση και κυρίως κοινή γλώσσα και αισθητική. Το κουαρτέτο αυτό σχηματίστηκε γύρω στο 2014 η ιδέα όμως υπήρχε από παλιά.  Πρώτα βρήκα τα άτομα και κυρίως την Βασιλική -παίζαμε στο Εθνικό (Πρόβα νυφικού)- και επειδή περάσαμε πολύ όμορφα εκεί και στο μεταξύ μας, έτσι ήρθε η ιδέα.  Το βιολί με το ακορντεόν είναι σα να γεννήθηκε το ένα για το άλλο.

Και η σχέση με το ακορντεόν;

Η καταγωγή μου είναι από την Άρνα, παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα πιο ουσιαστική ήταν η επαφή μου με εκεί παρά με εδώ. Ήμουν και εξακολουθώ να είμαι μοναχικός τύπος  παρά την κοινωνικότητα που φαίνεται να έχω. Μου άρεσε και μου αρέσει η μοναξιά. Περίμενα, λοιπόν, να κοιμηθεί η γιαγιά μου – ήμουν όλη την μέρα στους κήπους, στα χωράφια- ξαφνικά ακούω έναν ήχο πρωτόγνωρο, μαγνητίστηκα και ακολούθησα τον ήχο για να δω από ποιο σπίτι ακούγεται. Όταν το είδα πρώτη φορά εντυπωσιάστηκα! Το πρώτο δώρο που ζήτησα όταν με ρώτησαν αν θέλω κιθάρα, είπα «δεν θέλω κιθάρα, θέλω ακορντεόν». Δεν ξέραμε όμως πόσο κοστίζει ένα ακορντεόν (γέλια). Δεν το αγόρασα αλλά με έγραψαν στο ωδείο και εκεί δανείστηκα ένα ακορντεόν και έτσι ξεκίνησα.

Το ακορντεόν το μάθαμε, οι περισσότεροι, σαν όργανο του δρόμου…

Το όργανο των τυφλών (γέλια)… Ήταν ένα μουσικό όργανο του δρόμου το οποίο το γνωρίσαμε περισσότερο από τους Βαλκανικούς λαούς και  από τους Ρώσους. Το μάθαμε πολύ μετά εμείς. Ούτε στις ηχογραφήσεις υπήρχε, εμφανίστηκε μετά το 80.Γιατί από το 60′- 70′ η λαϊκή μουσική γύρισε στην φαρφίσα. Όταν βγήκα στην δουλειά το 82’, εντάξει στα ρεμπέτικα βρήκα δουλειά, στα υπόλοιπα σχήματα δυσκολεύτηκα πολύ.Άρχισε να παίρνει μια μορφή αυτό το πράγμα μετά το 1990, δηλαδή μια δεκαετία που ξεκίνησα ήταν σε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Όλα τα λαϊκομάγαζα και ρεμπετομάγαζα. Η πρώτη συνεργασία είναι με την Μελίνα Τανάγρη, έπαιξα στον δίσκο «Βυζάκια έξω, λοιπόν». Με την Μελίνα είχαμε συνέχεια και ξαφνικά το 91′-92′ βρέθηκα στο Μετρό, που γίνεται μία παράσταση – την διοργάνωνε ο 9,84 αν θυμάμαι καλά,ο Γ. Ψαριανός- που λεγόταν «Όταν οι ηθοποιοί τραγουδούν, οι τραγουδιστές σιωπούν» -μάζεψε τότε απ’ ό,τι σήριαλ υπήρχε όλους τους ηθοποιούς, να πουν από ένα-δύο κομμάτια (Παναγιωτοπούλου, Λογοθέτης, Χρονοπούλου, Μπέζος, Μεντή, Χαλκιάς κ.α)-. Ήταν μια επιτυχημένη παράσταση όπου τελικά έγινε διπλός δίσκος. Aπό ‘κει σα να πήρε μια στροφή το πράγμα. Τότε γνώρισα τον Θανάση Σοφρά, παίξαμε στην Πάρο με τον Γιώργο Ζήκα, γνώρισα τον Μανώλη Πάππο. Την επόμενη  χρονιά βρέθηκα με τον Σπύρο Λιόση και τον Κώστα Παπαδόπουλο, αυτά τα ιερά τέρατα τα οποία μου δίδαξαν ήθος. Κυρίως, ο Σπ. Λιόσης, με τον οποίο ήρθα και πιο κοντά ήταν αυτό που λένε -με όλη την σημασία της λέξεως- πραγματικός μάγκας.

Έχεις αισθανθεί να έχεις αδικηθεί στην πορεία σου, έχεις παράπονο;

Διαδικαστικά, δηλαδή πάνω στην δουλειά όλοι έχουμε νιώσει κάπως, αλλά παράπονο με την στενή έννοια του όρου, όχι. Στο παίξιμο πάνω, ναι, ίσως, αλλά να σου πω… όλα θέλουν την ώρα τους και όλα γίνονται για έναν λόγο. Πιστεύω ότι ο καθένας γίνεται στην ζωή του αυτό που θέλει και αυτό μπορεί να γίνει! Έτσι; Κάνει και τις επιλογές του κάποιος, δεν είμαστε μόνο προϊόντα συμπτώσεων – που βεβαίως από μία σύμπτωση έχουμε γεννηθεί- αλλά είμαστε και προϊόντα των επιλογών μας! Από την ώρα που είμαστε άνθρωποι και έχουμε ευθύνη και συνείδηση άρα με κάποιον τρόπο, «ενγνωσμένα» ή ανεπίγνωστα πηγαίνεις προς αυτόν τον δρόμο. Εγώ δεν ήθελα ποτέ να παίξω βράδυ, άλλα όνειρα είχα, ήθελα να γίνω συνθέτης να κάνω άλλα πράγματα όμως ξαφνικά σαν κάτι να με οδήγησε εκεί. Είμαι πολύ ευχαριστημένος και η ζωή είναι πολύ γενναιόδωρη μαζί μου. Και τώρα ακόμη πιο πολύ.

Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες του ακορντεόν;

Το ακορντεόν είναι ένα πολύ ιδιαίτερο μουσικό όργανο, διότι αυτό και το πιάνο είναι από τα όργανα που γράφονται σε δύο κλειδιά. Έχουν και την μελωδία και την αρμονία ταυτοχρόνως, είναι ένα μουσικό όργανο πλήρες. Ένα δυνατό και βαρύ –μην ξεχνάμε- όργανο. Είναι πνευστό όργανο και ονομάζεται αερόφωνο πληκτροφόρο όργανο γιατί ο ήχος βγαίνει από την φυσούνα. Πολύς κόσμος το μπερδεύει με το μπαντονεόν, όμως το ακορντεόν είναι πολύ διαφορετικό, ας πούμε, εξελίχθηκε από το παλιό αρμόνιο με έναν τρόπο, ενώ το μπατονεόν από εκκλησιαστικό όργανο και έχει πολύ διαφορετική φιλοσοφία.

Βασίλη έχεις σημαντικές συνεργασίες στην πορεία σου, ξεχωρίζοντας από αυτές και τη διαχρονικότερη, με τον Σταύρο Ξαρχάκο.

Δεν υπάρχουν λόγια να πει κάποιος για τον Ξαρχάκο, μιλάμε για άλλα μεγέθη. Θεωρώ πως δεν υπάρχει πιο τυχερός άνθρωπος από εμένα. Βρίσκομαι με τον Ξαρχάκο σχεδόν τριάντα χρόνια. Με πήγαν ο Κώστας  Παπαδόπουλος με τον Σπύρο Λιόση, στο περιβόητο «Αμάν- Αμήν», μεσολάβησαν οι δύο και έτσι πήγα. Τι να σου πω τώρα; Το δέος μου, την συγκίνηση μου; Παίζω με το ίνδαλμα, με τον μύθο. Θα σου πω μια ιστορία… Το ακορντεόν, είναι το όργανο της παρέας, στο χωριό λοιπόν, στην πλατεία της Άρνας ήμουν εγώ με το ακορντεόν – δεν ήμουν μόνος μου ποτέ- παίζαμε όλα αυτά τα τραγούδια μεταξύ των οποίων «Το καλντερίμι». Λοιπόν, φαντάσου, ότι βρίσκομαι εκεί το 94’ σε μία πίστα με δεκαέξι άτομα και λέει ο Ξαρχάκος «θα βάλουμε και το καλντερίμι», η Πόλυ δεν θυμόταν τι τόνος ήταν, «ντο ματζόρε, λέω», μου λέει «εσύ που το ξέρεις;», «Αυτό νομίζω από τον δίσκο που έχω ακούσει» και συνειδητοποιώ ότι έχει σταθεί στο πλάι μου η Πόλυ Πάνου και με ακουμπάει στον ώμο, και λέω μου ακουμπάει τον ώμο η Πόλυ και διευθύνει την ορχήστρα ο Ξαρχάκος  και εγώ παίζω σε αυτά που άκουγα παιδάκι, με έπιασαν τα κλάματα. Είχα σηκώσει το ακορντεόν στα πόδια για να μην με βλέπουν και έκλαιγα με μαύρο δάκρυ, αναρωτιόμουν ,συνειδητοποιείς που βρίσκεσαι;

Πότε το συνειδητοποίησες;

Πολύ σύντομα. Το έργο αυτό (Αμάν- Αμήν), είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Ο Ξαρχάκος είναι ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες και μαέστρους που υπάρχουν, ένας μουσικός του οποίου το αισθητήριο, το κριτήριο και το ένστικτο είναι κάτι που δεν το βρίσκεις εύκολα. Αυτό το έργο ήταν ο γόνος για να γίνει η ΚΟΕΜ. Στο ρεμπέτικο δε, έβγαλε έναν ήχο που δεν θα τον ξανακούσουμε ποτέ! Έναν ήχο που σημαίνει αγάπη, γνώση του αντικειμένου. Στην αρχή είχαμε προβληματάκια. Πήγαινα να παίξω, μου ‘λεγε «όχι θα σου πω εγώ πότε να παίξεις». Εντάξει είχε να διευθύνει και δεκαέξι μουσικούς. Να αναφέρω τα μπουζούκια; Σ. Λιόσης, Κ. Παπαδόπουλος, Χρ. Κωνσταντίνου, Μ. Καραντίνης, Γ. Ρόκας και αν θυμάμαι καλά Α. Μαγκανάρης. Έξι μπουζούκια. Ξέρεις τι θα πει έξι μπουζούκια; Η αίσθηση ήταν «συμφωνικής» ορχήστρας.

Ταξίδια, επιτυχίες, θαυμασμός. Υπάρχει πάντα η εντύπωση ότι οι καλλιτέχνες είναι διαφορετικά πλάσματα, ίσως, ευαίσθητα και αυτό υποσυνείδητα γοητεύει. Ισχύει;

Δε συμμερίζομαι καθόλου το ότι ένας καλλιτέχνης είναι απαραίτητα και ευαίσθητος. Καλλιτέχνης και ευαισθησία είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Μπορεί να είναι δημιουργικός κάποιος, να δίνει το καλύτερο του κομμάτι σε έναν δίσκο, σε ένα βιβλίο, σε έναν πίνακα ή στην ερμηνεία του αλλά αυτό είναι ένα πράγμα που δεν σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο. Από κει και πέρα τελειώνει αυτό (παράσταση ή ό,τι άλλο) και είναι ένας άνθρωπος με τα καλά του, τα στραβά του, μπορεί να μην είναι και ο συμπαθέστερος. Ξέρεις τι κακό έχουμε όλοι εμείς που αγαπάμε έναν καλλιτέχνη; Ταυτιζόμαστε. Η Βουγιουκλάκη ή ο Χορν, δεν ήταν αυτό που έβλεπες, αυτό ήταν ρόλος. Σε πληροφορώ ότι τους ενοχλούσε πάρα πολύ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Αρτέμης και ο Νέστορας Μάτσας που πάντα έπαιζαν τους ρόλους αυτούς του δοσίλογου, του προδότη… Στα μπουλούκια που πήγαιναν τότε, τους πέταγαν πέτρες. Και όμως πιο καλοκάγαθοι και καλόψυχοι άνθρωποι δεν υπήρχαν! Ταυτίζεσαι και αυτό δεν είναι σωστό. Πρέπει να καταλάβεις ότι και  αυτό είναι μία εργασία και δε μπορείς να θεωρείς δεδομένο ότι επειδή εκτιμάς έναν καλλιτέχνη, μπορείς να τον βρεις στον δρόμο να τον πάρεις αγκαλιά και να τον φιλάς. Η απόσταση, ας πούμε, που κρατάει ο Γιάννης Μπέζος έχει παρεξηγηθεί πολλές φορές, παρότι – επειδή έχω συνεργαστεί και τον γνωρίζω προσωπικά- είναι ένας άψογος επαγγελματίας, ένας εξαίρετος άνθρωπος -πέρα από το πόσο ταλαντούχος είναι- και ουσιαστικός. Το βασικότερο! Ο Γιάννης όταν χρειάστηκε να είναι εκεί, ήταν εκεί και χωρίς να το πει.

Είναι όμως  επαγγέλματα που απευθύνονται στο κοινό, αποζητώντας την αποδοχή του.

Όλα τα επαγγέλματα απευθύνονται σε ένα κοινό. Και ο οδηγός ταξί απευθύνεται σε κόσμο, τι θα πει αυτό;

Ο ορισμός της μουσικής για σένα ποιος είναι;

Η μουσική είναι ένα είδος καλλιέργειας του ανθρώπου σαν τον ορίζοντα. Δεν είναι ότι είσαι διάνοια, ναι, αλλά για να παίζεις τόσο καλά έχεις μελετήσει, έχεις διαβάσει, έχεις λερώσει δέκα παντελόνια. Εγώ νιώθω μελετώντας τον Μπαχ, όπως όλα τα παιδιά του κόσμου σε όλα τα ωδεία, ότι έχω διαβάσει δέκα βιβλιοθήκες. Από την τέχνη όμως κράτα το μεγαλείο της. Ο ορίζοντας είναι πλατύς, δεν μπορεί να έχεις παρωπίδες.

 Ορμώμενη απο ένα μικρό απόσπασμα στο σημείωμα του βιβλίου σου «Ένα κρυφό ρετζίστρο», σχετικά με τα λάθη, θέλω να σε ρωτήσω. Κάνουμε πολλά λάθη;

Εγώ ειδικά ναι! Πολλά λάθη. Δεν θεωρώ ότι το λάθος είναι κακό πράγμα, αντίθετα πιστεύω ότι ειδικά στην τέχνη έχουν γίνει αριστουργήματα εξαιτίας των. Όσον αφορά τα δικά μου λάθη, υπήρχαν κάποια σημεία στην ζωή μου που τα  προσπέρασα ελαφρά τη καρδία και δεν θα  έπρεπε. Τα λάθη είναι μία ιδιαίτερη κατάσταση και πολύ σοβαρή. Αυτό  που γράφω στο σημείωμα δεν είναι χάριν εντυπωσιασμού, το λέω γιατί το πιστεύω πραγματικά. Πιστεύω ότι η μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας. Υπάρχουν επίσης πράγματα που από μικρός είχα εντοπίσει ότι απεχθάνομαι απλά δεν ήξερα πώς να το ορίσω, μεγαλώνοντας ξέρω ποια είναι αυτά. Δεν αντέχω την φτήνια, την μιζέρια, δεν αντέχω την αχαριστία, το  καχύποπτο βλέμμα, ούτε την κουτοπονηριά. Δεν τα αντέχω! Η φτήνια ειδικά ήταν κάτι που δεν μου άρεσε ποτέ. Φτωχός; Φτωχός. Ακριβός φτωχός όμως. Elit φτωχός. (γέλια) Ένα νερό, ένα νερό… θα στο φέρω στο καλύτερο ποτήρι. Δεν έχω ποτήρι; Θα στο φέρω στην χούφτα μου. Με έναν τρόπο θα το κάνω όπως πρέπει και αξίζει για τον άλλον. Κάτι ακριβό στο βάθος του, όχι στην επιφάνεια ή στην μάρκα. Αυτό ισχύει και για την τέχνη. Τι είναι τέχνη; Η έμπνευση; Δεν συνιστά τέχνη από μόνη της η έμπνευση. Τι είναι; Έκφραση; Έκφραση μπορεί να είναι να μου ζωγραφίσεις δύο καραβάκια και αυτό εσένα σε εκφράζει. Τέχνη είναι ένα σύνολο συμπεριλαμβανομένων και ημών. Όταν έκανα τον δίσκο «Αιγαίο» άκουσα να παίζει από ένα σπίτι απέναντι και μετέφερα στον Σ. Ξαρχάκο αυτήν την περίεργη αίσθηση, ήταν τόσο κολακευτικό και συνάμα περίεργο και μου απάντησε «Πως σου φαίνεται τώρα που εκτέθηκες;» Περίεργη αίσθηση. 

Ποιος στίχος σε συγκινεί;

Τώρα με σκότωσες. Θα σου πω τα λόγια αλλά δε θα το τραγουδήσω «Σιγά-σιγά ξεχαστήκαμε κι οι δύο σ ένα λιμάνι γεμάτο σκουριά/ σιγά-σιγά μου ψιθύρισες αντίο κι έριξες πέτρα πίσω σου βαριά/ Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει πώς να λυγίσω τα βουνά/ Είναι αργά, αργά, αργά αργά τ’ όνειρο να χτίσουμε ξανά/ ποιους ταξιδιώτες ποιας νύχτας να ρωτήσω για να μου πούνε αν σε είδαν πουθενά/Σιγά-σιγά στης αγάπης το βιβλίο είχε φανεί μια σελίδα λευκή/σιγά-σιγά ήρθε χιόνι κι ήρθε κρύο κι όλα παγώσαν κάποια Κυριακή/Ποιους ταξιδιώτες ποιας νύχτας να ρωτήσω για να μου πούνε αν ακόμα μ’ αγαπάς.» (Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκης)

 

  • Το ΚουΑΡΤέτο απαρτίζουν οι:Βασίλης Δρογκάρης (ακορντεόν), Βασιλική Μαζαράκη (βιολί),Κώστας Παπακωστόπουλος (κιθάρα), Θανάσης Σοφράς (κοντραμπάσο)
  • Το βιβλίο του Β. Δρογκάρη «Ένα κρυφό ρετζίστρο» εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2018 απο τις εκδόσεις Μετρονόμος.
  • Προσωπική Δισκογραφία: Βασίλης Δρογκάρης- Μανώλης Πάππος «Αιγαίο» (2003)

*Ευχαριστούμε πολύ τον Βασίλη Δρογκάρη για την συνέντευξη αυτή. Βασίλη 7,8,9

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here