ΞΕΝΟΣ, ΑΠΙΣΤΟΣ… ΑΝΘΡΩΠΟΣ

0
3564

lysaridou

Γράφει η Ζωή Λυσαρίδου

Οκτώμιση το πρωί και το κουδούνι χτυπά με το χαρακτηριστικό κελάηδησμα.

– Θεία θα αγοράσεις μολύβια;

Ακούω και τη γιαγιά μου μέσα στον ύπνο μου…

– Έχεις φάει πρωινό;

Και μετά ένα απορημένο…

– Όχι!…

– Έλα μέσα παιδί μου. Κανείς δεν πρέπει να ξεκινά τη μέρα του πριν να φάει πρωινό.

Αγουροξυπνημένη βγαίνω από το υπνοδωμάτιο και αντικρίζω ένα αγόρι στην ηλικία μου. Κεφάλι ξυρισμένο γουλί… κρανίου τόπος, ακατοίκητος για τις ψείρες. Ρούχα σε αταίριαστο μέγεθος, λαστιχένιες σαγιονάρες κι αυτές λίγο μικρές. Λερωμένα ρούχα, χέρια, γόνατα…

– Πλυθείτε και ελάτε να στρώσετε το τραπέζι.

Του έκανα νόημα να με ακολουθήσει στο μπάνιο, του έδωσα το σαπούνι… δεν ανταλλάξαμε λέξη.

– Και τα μούτρα!…, φώναξε η γιαγιά από την κουζίνα…, Και οι δύο!

Κοιταχτήκαμε συνομωτικά και τριφτήκαμε μανιωδώς με το σαπούνι.

Επιστρέψαμε στην κουζίνα, ενώ ακούγαμε τη γιαγιά να χτυπάει αυγά και το τηγάνι να τσιρτσιρίζει στο μάτι.

Αυγόφετες και λουκουμάδες!

Η γιαγιά έκανε αυγόφετες μόνο όταν γυρνούσε ο κανακάρης της, το στερνοπαίδι της από τα καράβια.

Λουκουμάδες, δε, μόνο σε τίποτα γενέθλια.

Μεγάλη επισημότητα το γυφτόπουλο, σκέφτηκα από μέσα μου.

– Εμπρός να στρώσετε!

Έβγαλα τα πετσετάκια μας από το συρτάρι- η γιαγιά μεγάλωσε σε ένα χωριό στα βάθη της Θεσσαλίας, αλλά σουπλά έστρωνε πάντα!

Κράτησα εγώ το μωβ που είχε επάνω του ένα τσαμπί λαχταριστά σταφύλια και του έδωσα το κόκκινο με το καρπούζι.

Έβγαλε κι εκείνη την ποδιά της…

– Πώς σε λένε;

– Βασίλη…

– Βασίλη, είσαι χριστιανός;

Ο Βασίλης ανασήκωσε τους ώμους…

– Χμμ… δεν ξέρω…

– Καλά… Εσύ να μην κάνεις τον σταυρό σου. Να ακούς όμως! Κι εσύ ξεκίνα!… κοιτάζοντάς με.

Μεταξύ φόβου, απορίας και έκπληξης ψέλλισα «Πάτερ ημών.…»

– Τώρα τρώμε!… και όταν τρώμε δεν μιλάμε!

Εκείνη τη μέρα μόνο φάγαμε, χωρίς να πούμε άλλη κουβέντα.

Κάθε Σάββατο ο Βασίλης ερχόταν στις οκτώμιση, πλενόταν, άκουγε την προσευχή, έτρωγε και απαντούσε και σε καμιά ερώτηση.

Έτσι μάθαμε πως γονείς δεν γνώρισε, ζούσε σε έναν καταυλισμό με άλλους συγγενείς του, σχολείο δεν πήγαινε και πουλούσε ό,τι μπορούσε όπως εκαναν και οι άλλοι.

Η γιαγιά τού μάθαινε να διαβάζει και του μάθαινε κάθε φορά και από μια προσευχή, παρόλο που η ίδια δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία.

Δεν τον άφησε ποτέ να κάνει το σταυρό του, αν και τον άφησε πολλές φορές να πει την προσευχή γιατί «οι προσευχές είναι ευχές ευπρόσδεκτες από όλους και ο καθένας απευθύνεται στον δικό του θεό όποιος κι αν είναι αυτός.».

Πέρασε έτσι καιρός πολύς, με τα Σάββατα του Βασίλη, που ήταν κάπως σαν γιορτή.

Κάποια φορά η γιαγιά μού ανακοίνωσε πως ο Βασίλης μετακόμισε σε άλλη πόλη και ποιος ξέρει πότε θα τον ξαναβλέπαμε. Τον χαρτζιλίκωσε και του έγραψε τη διεύθυνση, πού και πού να γράφει τα νέα του.

 

Φύγανε λίγα χρόνια, εγώ τελείωσα το γυμνάσιο και η γιαγιά δεν έφτιαχνε αυγόφετες και λουκουμάδες.

Μια Κυριακή σαν όλες τις άλλες οι καμπάνες χτύπησαν, το ποίμνιο σχόλασε, τα παιδιά πλημμύρισαν τις αλάνες και το κουδούνι ξαφνικά κελάηδησε.

Στην πόρτα ένας νεαρός ψηλός, καθαρός και καλοχτενισμένος.

– Βασίλη!

Στο χέρι του κρατούσε το απολυτήριο του γυμνασίου και έναν πλεκτό σταυρό.

– Θεία Ελένη, τώρα θα με βαφτίσεις;

Κάπως έτσι η γιαγιά Ελένη, απόφοιτη της τρίτης Δημοτικού, ενσωμάτωσε έναν «ξένο» και εκχριστιάνισε έναν «άπιστο».

Κάπως έτσι κι εμείς πιστέψαμε στον «άνθρωπο».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.